Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

Φιλοσοφία: Εγκυκλοπαιδιστές



Το εξώφυλλο της Εγκυκλοπαίδειας

   Οι Εγκυκλοπαιδιστές ήταν ιδεολογικοί πρόδρομοι της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, που τους ένωνε ένα κοινό έργο, "Η Εγκυκλοπαίδεια" (1751-1780). Πλάι στους φιλοσόφους, στους σοφούς και στους συγγραφείς, συνεργάστηκαν σ'αυτό το έργο φημισμένοι μηχανικοί, στρατιωτικοί και γιατροί. Η εγκυκλοπαίδεια διευθύνονταν από τον υλιστή Ν.Ντιντερό. Ο πιο πιστός συνεργάτης του ήταν ο Ντ'Αλαμπέρ. Μεταξύ των συντακτών της εγκυκλοπαίδειας συγκαταλεγόταν ο Ελβέτιος, ο Χόλμπαχ, ο Βολταίρος, ο Ρουσσώ κ.α.
  Οι εγκυκλοπαιδιστές είχαν διάφορες πολιτικές πεποιθήσεις: μερικοί ήταν οπαδοί του "πεφωτισμένου διαφωτισμού", άλλοι ήταν δημοκρατικοί απλώς ή οπαδοί της αστικής δημοκρατίας, όλοι όμως καταδίκαζαν το φεουδαρχικό καθεστώς και τα προνόμια των ευγενών και υποστήριζαν την Τρίτη Τάξη, δηλαδή την αστική τάξη. Οι φιλοσοφικές απόψεις των εγκυκλοπαιδιστών ήταν επίσης διάφορες. Ο Βολταίρος κι ο Ρουσσώ ήταν Ντεϊστές, αναγνώριζαν δηλαδή το θεό σαν πρώτο αίτιο αλλά αρνιόταν την περαιτέρω ανάμιξή του στη φύση. Ο Ντιντερό, ο Χόλμπαχ, ο Ελβέτιος τοποθετούνταν ανάμεσα στους υλιστές και στους ενεργητικά άθεους ενάντια στον σχολαστικισμό και στη δεσποτική κυριαρχία της Φεουδαρχικής Καθολικής Εκκλησία πάνω στο ανθρωπιστικό πνεύμα. Οι πιο ριζοσπαστικοί εγκυκλοπαιδιστές, δηλαδή οι υλιστές που αγωνίζονταν αποφασιστικότερα ενάντια στη φεουδαρχία. Χάρη στη δική τους παρουσία και δράση, η "Εγκυκλοπαίδεια" έγινε ένα όπλο πάλης ενάντια στα οχυρά του φεουδαρχικού καθεστώτος. Ο Ένγκελς καθορίζει μ'αυτά τα λόγια τη συμβολική σημασία της "Εγκυκλοπαίδειας": "Οι Γάλλοι υλιστές δεν περιόρισαν την κριτική τους μόνο στα θρησκευτικά ζητήματα, αλλά χτύπησαν όλες τις επιστημονικές παραδόσεις και τους πολιτικούς θεσμούς που δεν συμφωνούσαν με τις αντιλήψεις τους και για να αποδείξουν ότι η θεωρίες τους, είχαν παγκόσμια απήχηση, τις εφήρμοσαν θαρραλέα σ'όλα τα ζητήματα της επιστήμης, μέσα σ'ένα γιγάντιο έργο - την "Εγκυκλοπαίδεια" - από το οποίο πήραν και τ'όνομά τους."  


   Έτσι, είτε κάτω από τη μία, είτε κάτω από την άλλη μορφή, είτε σαν ομολογημένος υλισμός, είτε σαν Νεϊσμός, οι θεωρίες των Εγκυκλοπαιδιστών έγιναν κτήμα όλης της μορφωμένης νεολαίας της Γαλλίας (ουτοπικός και επιστημονικός σοσιαλισμός). Παρόλα αυτά όμως κανένας εγκυκλοπαιδιστής δεν ξεπέρασε το πλαίσιο της αστικής δικαιολογίας. Το "βασίλειο της λογικής", δεν ήταν παρά η εξιδανικευμένη κυριαρχία της αστικής τάξης. Οι εγκυκλοπαιδιστές καταδιώχθηκαν σαν εχθροί της φεουδαρχίας και της Καθολικής Εκκλησίας. Πολλοί απ'αυτούς καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, βασανίστηκαν απάνθρωπα και τα συγγράματά τους κάηκαν.

Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

Ζαν Μελιέ



Jean Meslier (1664-1729)

"Για να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα, πρέπει ο τελευταίος μονάρχης να στραγγαλιστεί με τα άντερα του τελευταίου παπά"
Ζαν Μελιέ "Η Διαθήκη μου"

   Περνάμε στον Γαλλικό Διαφωτισμό. Ο Ζαν Μελιέ είναι Γάλλος υλιστής, άθεος και ουτοπικός κομμουνιστής. Ήταν αγροτικός ιερέας ο οποίος έκανε δική του υπόθεση, την ανάγκη των φτωχών γεωργών και λαχταρούσε ένα βασίλειο των εργαζομένων, χωρίς ευγενείς, εκκλησία και βασιλιά. Από το περισσότερο γνωστό, "Η Διαθήκη μου" βιβλίο που κυκλοφορούσε - μέχρι το 1864 - με περικοπές μόνο ανάμεσα σε μυημένους, σαν ένα προσεκτικά φυλαγμένο χειρόγραφο. Από την τυπωμένη του μορφή, ο Βολταίρος είχε αφαιρέσει προσεκτικά όλη την κοινωνική κριτική, "εκρηκτική ύλη". Γι αυτό οι ελεύθεροι διανοητές θα θυμηθούν στην επανάσταση καλά τα αθεϊστικά του, αλλά όχι τα κομμουνιστικά του στοιχεία.
   "Η Διαθήκη μου" ήταν μια παράφορη διατριβή, ενάντια στην θρησκεία, τον κλήρο στην τάξη των ευγενών (στην αριστοκρατία) και σε όλο το φεουδαρχικό καθεστώς. Τα κοινωνικά δεινά κατά τη γνώμη του Μελιέ, έχουν την πηγή τους στον άνισο καταμερισμό του πλούτου, η δε αιτία των δεινών είναι η ατομική ιδιοκτησία. Οι βασιλιάδες, οι ευγενείς και ο κλήρος, έχουν μονοπωλήσει όλα τ'αγαθά της γης κι άφησαν για το λαό μόνο τη σκληρή εργασία, τις στερήσεις και τους πόνους. Η θρησκεία και ιδιαίτερα ο Χριστιανισμός δεν είναι παρά ένας απεχθής μύθος (παραμύθι) που το σκάρωσε ο κλήρος, αποκλειστικά και μόνο για να κρατούν τον λαό στην αμάθεια και στην υποταγή. Οι άνθρωποι είναι από τη φύση ίσοι μεταξύ τους. Για να καταργήσουν όμως την ανισότητα, οι φτωχοί πρέπει να συσπειρωθούν και να γκρεμίσουν τους τυράννους. Ο Μελιέ, οραματίζεται το μελλοντικό καθεστώς σαν μια ομοσπονδία κοινοτήτων (κομμούνες), όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη, όπου όλοι οι άνθρωποι θα εργάζονται και θα χαίρονται τους καρπούς της δουλειάς με πλήρη ισοτιμία. Οι κοινωνικές τους απόψεις συγκλίνουν προς έναν ισότιμο αγροτικό κομμουνισμό.
   Οι φιλοσοφικές του πεποιθήσεις, διαμορφώθηκαν κάτω από την επίδραση του αρχαίου υλισμού και κυρίως του Επίκουρου του Λουκρητίου κι από τους σύγχρονούς του φιλοσόφους, όπως π.χ. από τον Σπινόζα. Κατά τη γνώμη του Μελιέ, η φύση αποτελεί τη μοναδική αντικειμενική πραγματικότητα: υπάρχει "αφ'εαυτής" και υπακούει στους νόμους της δικής της εσωτερικής αναγκαιότητας, δεν είναι προϊόν κανενός δημιουργού. Η ύλη ¨οφείλει εις αυτήν" την ύπαρξή της και την κίνησή της και ως εκ τούτου είναι μάταιο να αναζητάμε έξω από την ίδια τη φύση την αρχή της δημιουργίας και της κίνησής της. Όπως ο Σπινόζα, έτσι κι ο Μελιέ, κατακρίνει αυστηρά τον ντεϊσμό του Καρτεσίου και πιστεύει στην υλικότητα και την φθαρτή φύση της ψυχής. Όπως κάθε προγενέστερος του Μαρξ υλισμός, έτσι κι ο υλισμός του Μελιέ αδιάσπαστος, μ'έναν ενεργό αθεϊσμό, είναι μεταφυσικός και στενός. Οι αντιλήψεις του για την κοινωνία είναι ιδεαλιστικές. Πίστευε ότι ο λαός υποφέρει γιατί του λείπει η μόρφωση και γιατί εξαπατάται από τους κυβερνήτες και τον κλήρο. Το έργο του Μελιέ "Η Διαθήκη μου", αντιγράφηκε πρώτη φορά από χέρι το 1730. Το 1762 ο Βολταίρος δημοσίευσε μερικά αποσπάσματά του. Το πλήρες κείμενο δημοσιεύτηκε το 1864.

  Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το έργο του Ζαν Μελιέ "Η Διαθήκη μου":
  Περνάμε τώρα σε μερικούς από τους λόγους και τις πράξεις του Χριστιανισμού που είναι οι πιο περίεργοι του είδους: "Μετανοείτε", κήρυττε στον κόσμο "γιατί η βασιλεία των ουρανών πλησιάζει, πιστέψτε αυτό το καλό νέο". Και διέτρεχε όλη τη Γαλιλαία κηρύσσοντας έτσι τον υποτιθέμενο ερχομό της βασιλείας των ουρανών. Επειδή κανένας δεν έχει δει την άφιξη αυτής της βασιλείας, εξυπακούεται ότι ήταν φανταστική. Ας δούμε όμως το εγκώμιο και την περιγραφή αυτού του βασιλείου. Να πως μίλαγε στους ανθρώπους: "Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ'έναν άνθρωπο που έσπειρε καλό σιτάρι στο χωράφι του. Αλλά ενώ κοιμόταν, ο εχθρός του ήρθε κι έσπειρε ζιζάνια μέσα στο σιτάρι του. Το βασίλειο των ουρανών είναι σαν ένας θησαυρός κρυμμένος σ'ένα χωράφι τον οποίο, όταν βρίσκει κάποιος τον κρύβει ξανά, κι αισθάνεται τόση χαρά, που πηγαίνει, πουλάει όλα τα υπάρχοντά του κι αγοράζει αυτό το χωράφι. Η βασιλεία των ουρανών είναι σαν ένας έμπορος που ψάχνει για μαργαριτάρια κι όταν βρίσκει ένα σπάνιο και μεγάλης αξίας, πουλάει ότι έχει και το αποκτά. Είναι (η βασιλεία των ουρανών) σαν ένα δίχτυ που ρίχτηκε στη θάλασσα και μάζεψε όλων των ειδών ψάρια, τα οποία, όταν το δίχτυ γέμισε, οι ψαράδες έβγαλαν στη στεριά, ξεδιάλεξαν τα καλά κι έριξαν τ'άχρηστα ξανά στη θάλασσα. Είναι σαν ένας σπόρος  συνάπεως που το έσπειρε κάποιος στο χωράφι του κι ο οποίος παρότι ο μικρότερος σπόρος όλων, όταν φύτρωσε και μεγάλωσε έγινε μεγαλύτερος απ'όλα τα λαχανικά κ.λπ." Αυτές οι ασυναρτησίες είναι λόγος Θεού;






Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Φιλοσοφία: Φράνσις Βάκων



Francis Bacon (1561-1626)

 Στον Αγγλικό διαφωτισμό, μια από τις μεγάλες φυσιογνωμίες, είναι ο Άγγλος, Φράνσις Βάκων.
  Μεγαλωμένος στην Αγγλία, στη χώρα με το πιο αναπτυγμένο εμπόριο και βιομηχανία, ο Βάκων γίνεται θεμελιωτής της υλιστικής θεωρίας, της επιστημονικής γνώσης που στηρίζεται στην παρατήρηση και το πείραμα. Το νέο περιεχόμενο του ουμανισμού και της φιλοσοφίας της φύσης στα χρόνια του διαφωτισμού, είναι η πρακτική ζωή του ανθρώπου.
  Ο  Φράνσις Βάκων επιδιώκει να γίνει πραγματικότητα το επίγειο "ανθρώπινο βασίλειο", με τον αγώνα των ανθρώπων εναντίον της φύσης, που μπορούν να την υποτάξουν αφού πρώτα υποταχθούν οι ίδιοι από νόμους της, για να τους εφαρμόσουν όπου πρέπει. Για να γίνει πραγματικότητα αυτό ένα μέσο για τον Βάκωνα, υπάρχει, η απεριόριστη ανάπτυξη της επιστήμης γενικά και της φυσικής ιδιαίτερα. Καλεί τη φιλοσοφία να υπηρετήσει τη δημιουργία "εργαλείων χεριού" που να υποτάσσουν τη φύση στον άνθρωπο και "διανοητικών εργαλείων" που να οργανώνουν και να κατευθύνουν την ανθρώπινη γνώση. Ανακηρύσσει τη γνώση δύναμη, ικανή να χτίσει πάνω σε στέρεες βάσεις το μεγαλείο του ανθρώπου και να διευρύνει τα όρια της εξουσίας του πάνω τη φύση.
   Στη "Νέα Ατλαντίδα" που ο Βάκων την έγραψε εκατό χρόνια ύστερα από την "Ουτοπία" του Τ.Μουρ, ο συγγραφέας την περιγράφει σαν ένα ιδανικό βασίλειο του πνεύματος. Αλλά η διαφορά ανάμεσα στις δυο ουτοπίες είναι μεγάλη. Ο Μουρ υπερασπίζει τα συμφέροντα του λαού και αμφιβάλλει για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, που στα χρόνια του έκανε τα πρώτα βήματά του. Ο Βάκων έχει υπόψιν την αύξηση του Εθνικού Πλούτου και τη στερέωση του Αγγλικού κράτους. Αν και ο Βάκων διαγράφει μεγαλόπρεπα την προοπτική της υποταγής της φύσης από τον άνθρωπο, ωστόσο στο ουτοπικό κράτος διατηρεί και το χρήμα και την ατομική ιδιοκτησία και την ταξική ανισότητα. Μόνον τα άφθονα τεχνικά μέσα και οι, σχεδόν, μυθικοί όροι για την ανάπτυξη της επιστήμης κάνουν ωραία τη ζωή στη Νέα Ατλαντίδα. Αν και η ουτοπία του Βάκωνα δεν έχει καμία σχέση με το σοσιαλισμό, ωστόσο είναι ένα αξιόλογο έργο. Καθρεφτίζει την καλύτερη πλευρά του αστικού πολιτισμού, τη δυνατότητά του να αναπτύσσει τις παραγωγικές δυνάμεις, τόσο πολύ, που στα προηγούμενα κοινωνικά σχήματα ήταν αδύνατον.
 Οι πολιτικές ιδέες του Βάκωνα αναλύονται στο έργο του "Πειράματα" (1597-1625). Στο έργο αυτό, αν και ο Βάκων εκφράζει τον  σεβασμό του στη δημοκρατία, ωστόσο θεωρεί την μοναρχία αναπόφευκτο σχήμα στην ανάπτυξη του εθνικού κράτους κι αδιαφορεί πέρα για πέρα για την ηθική πλευρά του ζητήματος, προσπαθεί να βρει έναν τρόπο για την υποστηρίζει τη μοναρχία. Αλλά δεν υποστηρίζει την απολυταρχία χωρίς όρους. Το κυριότερο συμπέρασμα του φιλοσόφου είναι πως, όταν πεινάει ο λαός και τα πιο αυστηρά μέτρα δεν είναι δυνατό να προφυλάξουν το κράτος από τα τραντάγματα. Οι αναταραχές προκαλούνται κυρίως από οικονομικές αιτίες, αν και οι αφορμές του είναι δυνατό να προέρχονται από διάφορους άλλους λόγους.
   Η εξαθλίωση των λαϊκών μαζών δεν είναι δυνατό να εμποδιστεί όταν στη χώρα, ο μη παραγωγικός πληθυσμός, δηλαδή οι ευγενείς και ο κλήρος ήταν πάρα πολλοί.
   Οι αιτίες που προκαλούν μια επανάσταση σύμφωνα με τη γνώμη του Βάκωνα, εξαφανίζονται με την ανακάλυψη εμπορικών δρόμων, με το ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο, με τον περιορισμό των φόρων και των δασμών.
  Στα, καθαρώς, αστικά αυτά ιδανικά, προστίθενται και μερικές μεσαιωνικές αυταπάτες. Έτσι π.χ. ο Βάκων πιστεύει πως η μοναρχία έχει δύναμη να περιορίζει τις αντιθέσεις της χρηματικής οικονομίας.
   Έτσι, ο Βάκων ξεκινώντας από τη σωστή θέση, πως η πολιτική εξαρτάται από υλικά συμφέροντα, καταλήγει στα ουτοπικά συμφέροντα να συγχωνεύσει δυο αρχές που η μία αποκλείει την άλλη - την αρχή για την ελεύθερη ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων και την αρχή για προστασία της μικρής ατομικές ιδιοκτησίας.
   Την ίδια αντιφατική στάση κρατάει και απέναντι στους ευγενείς. Απ'το ένα μέρος μας δίνει ανυστερόβουλα να καταλάβουμε πως οι ευγενείς μόνο κακό κάνουν στη χώρα κι απ'το άλλο πιστεύει πως οι ευγενείς είναι απαραίτητοι από πολιτική άποψη σαν κάστα, γιατί έχουν τη δύναμη να περιορίσουν την απολυταρχική εξουσία του μονάρχη. Σύμφωνα με τη θεωρία, πιστεύει πως και οι έμποροι είναι ένα χρήσιμο κομμάτι του έθνους, αν και οι πηγές του πλουτισμού τους δεν είναι εντελώς καθαρές.
   Γενικά ο Βάκων προσπαθεί να βρει μια επιστημονική φόρμουλα για να συμβιβάσει τις κοινωνικές αντιθέσεις στην εποχή του. Το σπουδαιότερο μέρος της διδασκαλίας του Βάκωνα, είναι η κριτική του για την σχολαστική που στηρίζονταν στην αυθεντία της εκκλησίας και στην ξεκομμένη από κάθε πραγματικό περιεχόμενο λογική του Αριστοτέλη. Αντίθετα από τους φιλόλογους ουμανιστές, ο Βάκων τονίζει τη σημασία που έχουν οι μεγάλες ανακαλύψεις της εποχής του και που χάρη σ'αυτές ανοίχτηκαν καινούργιοι ορίζοντες για την ανθρωπότητα που ξεπέρασε το επίπεδο της αρχαιότητας.


   Για να προχωρήσει ο άνθρωπος με ακόμα πιο μεγάλες επιτυχίες, είναι απαραίτητο ν'απαλλαγεί απ'όλες τις συνηθισμένες προλήψεις του. Τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες αυτές, ο Βάκων τις χωρίζει σε τέσσερις κατηγορίες.:
- Στα "Είδωλα του Γένους", που αναγκάζουν τον άνθρωπο να τα κρίνει όλα με μέτρο τον εαυτό του.
- Στα "Είδωλα του Σπηλαίου", τη συνήθεια του ανθρώπου να βλέπει το γύρω, τον κόσμο, με το δικό του, στενό πρίσμα.
- Στα "Είδωλα της Αγοράς", δηλαδή, οι συμβατικότητες που δημιουργούνται από την επικοινωνία του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του, κυρίως με τη βοήθεια της γλώσσας.
- Στα "Είδωλα του Θεάτρου", η υπερβολική εμπιστοσύνη στις καθιερωμένες αρχές, δηλαδή τις παραδόσεις.
   Η επιστήμη αντί να παίζει άγονα με τους συλλογισμούς, πρέπει να στηρίζεται στην πείρα, στα δεδομένα των αισθήσεών μας.
   Ο Βάκων δεν αμφιβάλλει καθόλου πως η γνώση με τις αισθήσεις μας δίνει την αληθινή εικόνα του κόσμου, αλλά υποστηρίζει πως πρέπει να αφήνουμε την υπερβολική φαντασία που επιβάλλει στο μυαλό μας να κάνει αβάσιμες γενικεύσεις. Από το άλλο μέρος, ο επιστήμονας, δεν πρέπει να μοιάζει με το μερμήγκι, να μαζεύει δηλαδή απλώς στοιχεία. Κι ο Βάκων προτείνει ένα ολόκληρο σύστημα ορθολογιστικής επεξεργασίας των δεδομένων της πείρας μας, με την ανάλυση και την προσεκτική γενίκευση. Η μέθοδος που προτείνει, περιλαμβάνει τόσο την "ανιούσα" κίνηση από το μοναδικό στο γενικό όσο και την "κατιούσα" προς την αντίθετη κατεύθυνση από τα γενικά αξιώματα στα μερικά συμπεράσματα. Αλλά ο συγγραφέας του "Νέου Οργάνου" δεν μπόρεσε να τα βγάλει πέρα με τα πιο σύνθετα προβλήματα της επιστημονικής μεθόδου που απαιτούν διαλεκτική λύση. Μπροστά στις δυσκολίες, ο Βάκων ταλαντεύεται είτε προς το μονόπλευρο εμπειρισμό, είτε προς τις φανταστικές υποθέσεις που είναι τυπικές στη φυσική φιλοσοφία, εκείνη την περίοδο.
   Οι ταλαντεύσεις του αυτές, χαρακτηρίζουν όλο το θεωρητικό σύστημα του μεγάλου αυτού Άγγλου υλιστή. Ο Βάκων νομίζει πως αυτός καθαυτός ο φιλοσοφικός υλισμός, δεν είναι σε θέση να εξηγήσει την ενότητα και την εσωτερική ερμηνεία του σύμπαντος σαν συνόλου και πως για να συμπληρωθεί, χρειάζεται μια κάποια "φυσική θεολογία".
   Η θεολογική αυτή ασυνέπεια, ενισχύεται στον Βάκωνα από λόγους πρακτικούς. Ο Βάκων βλέπει τη θρησκεία από καθαρά πολιτική άποψη. Αντικρίζοντας τη θρησκεία όπως ο Μακιαβέλι αναγκάζεται και ο ίδιος να υποταχθεί στις απαιτήσεις της. Αλλά από τη δύσκολη θέση του, κατορθώνει να βγει καταφεύγοντας στην παλιά θεωρία των "δύο αληθειών" που ήταν γνωστή από το μεσαίωνα. Έτσι, καθετί που είναι παράλογο, για τον κόσμο της επιστήμης είναι λογικό κάτω από το φως της θρησκευτικής αποκάλυψης. Κάθε ανάμειξη της πίστης είναι απαράδεκτη στη μελέτη της φύσης, αλλά πέρα από τα όρια της επιστημονικής γνώσης, πρέπει να παραδεχόμαστε άκριτα τα δόγματα της κρατικής εκκλησίας. Ο Μαρξ γράφει, "Στο Βάκωνα, στον πρώτο του δημιουργό ο υλισμός κρύβει κιόλας μέσα του σε απλοϊκή μορφή τα σπέρματα της ολόπλευρης εξέλιξης. Η ύλη χαμογελάει με την, ποιοτικά, αισθητή λάμψη της σε κάθε άνθρωπο. Ωστόσο, η ίδια η θεωρία είναι κατάμεστη από θεολογικές ανακολουθίες."
   Ο Μαρξ συνόψισε ως εξής τη φιλοσοφία του Βάκωνα, "Όλες οι επιστήμες βασίζονται στην εμπειρία, κι αποτελούν μια ταξινόμηση των δεδομένων μας που μας προμηθεύουν οι αισθήσεις μας σε συνδυασμό με μια ορθολογική έρευνα. Η επαγωγή, η ανάλυση, η σύγκριση, η παρατήρηση, το πείραμα, είναι οι σπουδαιότερες μορφές αυτής της ορθολογικής μεθόδου."

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Φιλοσοφία: Τζων Λοκ



John Locke (1632-1704)

   Συνεχίζοντας τον Αγγλικό διαφωτισμό, περνάμε στον μεγάλο, Άγγλο διανοητή, Τζων Λοκ (1632-1704).
   Το πολιτιστικό κίνημα του διαφωτισμού άρχισε από την Αγγλία. Εδώ, στο έδαφος που είχε ανασκάψει η αστική επανάσταση, φυτρώνουν  πολλές από τις ιδέες που είναι οι πιο χαρακτηριστικές ολόκληρου του "αιώνα του διαφωτισμού". Μια απ'αυτές ήταν και η ιδέα του "φυσικού ανθρώπου". Την είχε διακηρύξει ο Χομπς, αλλά ο Χομπς υποστήριξε πως από φυσικού του ο άνθρωπος έχει μια τάση (ροπή), έχει την απεριόριστη τάση να ικανοποιεί το ατομικό του συμφέρον. Από εδώ, λοιπόν, προήλθε η σκέψη, πως, για να εξασφαλιστεί η κοινωνική τάξη πραγμάτων χρειάζεται εξωτερικός καταναγκασμός.
  Αλλά για τους διαφωτιστές του 17ου αιώνα, ο "φυσικός άνθρωπος" μεταφέρεται σε μια αφηρημένη έννοια "ανθρώπου γενικά", ενός όντος που είναι βασικό λογικό, αγαθό και κοινωνικό. Οι στοχαστές της καινούργιας Αγγλικής τάξης, της αστικής, αποκαθιστούν κατά κάποιο τρόπο τα δικαιώματα του "φυσικού ανθρώπου" και παίρνουν θέση εναντίον του καταναγκασμού, τόσο στον πολιτικό όσο και στον θρησκευτικό τομέα.
   Σύμφωνα με την θεωρία τους, τα αισθήματα, οι ανάγκες και οι ιδιότητες του "φυσικού ανθρώπου", είναι το μέτρο για τις ιστορικά διαμορφωμένες συνθήκες της της κοινωνικής ζωής, που είναι τεχνητές και ψεύτικες, και γι'αυτό καταδικάζονται.
   Για τους διαφωτιστές, τέτοια τεχνικά επιστρώματα, ήταν κυρίως οι φεουδαρχικοί θεσμοί. Αναγνώριζαν ωστόσο της φυσικές εκδηλώσεις της ανθρώπινης φύσεις, τα συμφέροντα της αστικής προσωπικότητας, που είναι απαλλαγμένη από τους περιοριστικούς φεουδαρχικούς θεσμούς.
 Η εξιδανίκευση του αστικού κοινωνικού συστήματος που περιέχουν οι σκέψεις αυτές, εκφράζει έναν συνειδητό ταξικό υπολογισμό. Η ανωριμότητα των αστικών σχέσεων που προσιδιάζει στο μανιφακτουρικό στάδιο του καπιταλισμού, ήταν η αιτία που οι Άγγλοι διαφωτιστές είχαν αυταπάτες για τον πραγματικό χαρακτήρα, του αστικού κοινωνικού συστήματος, που πίστευαν ειλικρινά πως ο τελευταίος σκοπός του ήταν η ευημερία όλων των κοινωνικών στρωμάτων.
   Εξάλλου, αυτό που χαρακτηρίζει γενικά τους πιο ξεχωριστούς Άγγλους διαφωτιστές, είναι οι πολύ μετρημένες κοινωνικές και πολιτικές τους απόψεις, κι'αυτό φαίνεται κυρίως στη στάση τους απέναντι στη θρησκεία. Ο θεμελιωτής του φιλελευθερισμού τον 17ο αιώνα και διδάσκαλος έπειτα των Γάλλων διαφωτιστών (ο Αγγλικός προηγείται του Γαλλικού διαφωτισμού), ο Τζων Λοκ, ήταν τόσο δειλός στις ορθολογιστικές του κρίσεις για τη θρησκεία που δεν τόλμησε να θίξει τη θεϊκή αποκάλυψη, υποστηρίζοντας την αρχή της ανεξιθρησκείας. Πίστευε πως αυτή ήταν ανεφάρμοστη για τους καθολικούς και τους αθεϊστές.
   Ακόμα και οι πιο τολμηροί στοχαστές που πίστευαν πως σε κάθε θρησκεία, συσπειρώνονταν μόνο προλήψεις και δεισιδαιμονίες, βεβαίωναν πως η θρησκεία χρειαζόταν στο λαό. Οι προλήψεις, υποστήριζαν, πρέπει να ξεριζωθούν αλλά ν'αντικαθιστούν από μια πίστη που να στη στηρίζεται στο λογικό. Η Αγγλία είναι πατρίδα του ντεϊσμού, δηλαδή της ορθολογιστικής πίστης στο "υπέρτατο ον" που κυβερνάει τον κόσμο, σύμφωνα με τους "φυσικούς και θεικούς" νόμους που το ον αυτό έχει δημιουργήσει.


   Όπως γράφει ο Ένγκελς, στη θρησκεία η αστική τάξη ανακάλυψε ένα ισχυρό μέσο για να διαπαιδαγωγήσει τους φυσικούς υπηκόους της με το πνεύμα της υπακοής. Η ιδέα του "φυσικού ανθρώπου", με την έννοια που της έδιναν οι διαφωτιστές, είναι βασική στη φιλοσοφία του Τζων Λοκ, που είναι ο πρώτος μεγάλος στοχαστής της αστικής Αγγλίας.
    "Ο Λοκ - γράφει ο Ένγκελς - στον τομέα της θρησκείας καθώς και της πολιτικής, ήταν γέννημα θρέμμα του ταξικού συμβιβασμού του 1668". Τις πολιτικές του ιδέες, ο Λοκ τις αναπτύσσει στο έργο του "Δυο πραγματείες για την κυβέρνηση", που το έγραψε επηρεασμένος από τον Χομπς, αλλά και για να τον καταπολεμήσει. Όπως ο Χομπς, έτσι κι ο Λοκ, στη θεωρία του για το κράτος, ξεκινάει από τη σκέψη πως πριν από τη σύγχρονη κοινωνία, επικρατούσε η "φυσική κατάσταση" και πως η συνένωση των ανθρώπων σε κοινωνίες, ήταν αποτέλεσμα θεληματικής τους συμφωνίας - ενός κοινωνικού συμβολαίου. Αλλά αντίθετα από τον Χομπς, ο Λοκ πίστευε στην αγαθή και λογική βάση της ανθρώπινης φύσης και υποστήριξε πως σκοπός κάθε κοινωνίας είναι η διατήρηση και η προστασία της προσωπικής ελευθερίας.
   Βασικά, η πολιτική θεωρία του Λοκ, είναι αστική, κι αυτό φαίνεται καθαρά από το ότι αναγνωρίζει πως η ατομική ιδιοκτησία είναι φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου, στον ίδιο βαθμό με την ελευθερία και την ισότητα.
   Ο Λοκ, απορρίπτει τη φεουδαρχική θεωρία για το θεικό δικαίωμα των μοναρχών και τη θεωρία της απολυταρχίας του Χομπς και στη βάση της θεωρίας του για το κράτος - τοποθετεί την αρχή των πολιτικών κυριαρχικών δικαιωμάτων του λαού που του αναγνωρίζει το δικαίωμα ν'αλλάξει την κρατική εξουσία όταν υπερβαίνει το κοινωνικό συμβόλαιο και επιβουλεύεται τα φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου - την προσωπική ελευθερία και την ιδιοκτησία.
   Η πολιτική θεωρία του Λοκ, έχει τεράστια επαναστατική επίδραση στην κοινωνική σκέψη της Ευρωπαϊκής Ηπείρου. Η θεωρία αυτή αναπτύχθηκε από τον Ρουσσώ και καθρεπτίζεται στη νομοθεσία της αστικής Γαλλικής Επανάστασης. Το σπουδαιότερο έργο του Λοκ - "Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση", είναι μια προσπάθεια ν'αποδοθούν όλες οι γνώσεις και οι ιδέες στην εμπειρία του ανθρώπου που την αποκτούμε με τις αισθήσεις (αισθησιοκρατία σενσουαλισμός).


  Ο Λοκ, καταπολεμά τη θεωρία των έμφυτων ιδεών (προ-εμπειρικών) του Ντεκάρτ. Στο "σκέπτομαι άρα υπάρχω" (cognito ergo sum), ο Λοκ αντιπαρατάσσει: τίποτα δεν υπάρχει στη σκέψη που να μην υπάρχει πρώτα στις αισθήσεις. Ο Άγγλος φιλόσοφος, αντικρούοντας τη θεωρία των έμφυτων ιδεών του Ντεκάρτ, γράφει: Αν υπήρχαν έμφυτες ιδέες, "προ-εμπειρικές", θα έπρεπε να είναι συνειδητές, και στα παιδιά, και στους αμόρφωτους, και στους άγριους ακόμη.
   Όταν γεννιέται ο άνθρωπος, η συνείδησή του είναι tabula rasa (άγραφος πίνακας).
   Η αναγνώριση από τον Λοκ, πως από τις αισθήσεις πηγάζει η σκέψη, είναι μεγάλη ιδέα που την ανέπτυξε ακόμα πιο πολύ ο υλισμός του 18ου αιώνα. Αλλά η έννοια της εμπειρίας του Λοκ, περιέχει μια εσωτερική αντίφαση.
 Αναγνωρίζοντας ο Λοκ πως υπάρχουν δύο ισάξιες πηγές (εμπειρίας) για τη γνώση - ο εξωτερικός κόσμος και η reflex ion (η καθ'αυτή ενέργεια της ψυχής), ανοίγει το δρόμο και για την ιδεαλιστική ερμηνεία της έννοιας της αίσθησης. Ο Λοκ παραδέχεται τις προκαταλήψεις του μηχανικού υλισμού κι αφαιρεί από την ύλη τις ποιοτικές της ιδιομορφίες.
  Υποστηρίζει τη θεωρία για τις πρωτεύουσες αλλά και τις δευτερεύουσες ιδιότητες. Πρωτεύουσες είναι οι αντικειμενικές ιδιότητες της ίδιας της ύλης. Σ'αυτές, ο Λοκ κατατάσσει μόνο την έκταση, τον όγκο, το σχήμα, την κίνηση και την ηρεμία. Όλες οι υπόλοιπες ιδιότητες, η γεύση, το χρώμα, η οσμή, κ.λπ., είναι δευτερεύουσες κι εξαρτώνται μόνο από το υποκείμενο που τις δέχεται.
   Έτσι το υποκείμενο αποσπάται από το αντικείμενο, γίνεται ανεξάρτητο από την πραγματικότητα. Οι αντιθέσεις της αισθησιοκρατικής θεωρίας του Λοκ, καθόρισαν τη διπλή εξέλιξη της και προς τον υλισμό και προς τον ιδεαλισμό. Την ιδεαλιστική τάση στην εξέλιξη της αισθησιοκρατίας του Λοκ την εκπροσωπούν ο Μπέρκλεϊ κι ο Χιουμ. 

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Φιλοσοφία: Τόμας Χόμπς


Thomas Hobbes (1588-1699)
                                   "Ο άνθρωπος είναι ύλη που σκέφτεται"

  Στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, ο αγγλικός πολιτισμός αναπτύσσεται κάτω από την άμεση επίδραση των επαναστατικών γεγονότων. Τα γεγονότα έβαλαν την σφραγίδα τους και στο έργο του μεγαλύτερου φιλόσοφου των μέσων του 170ου αιώνα, Τόμας Χόμπς, του πρώτου σύγχρονου υλιστή στη διανόηση του 18ου αιώνα. Ο Χόμπς συστηματοποίησε την υλιστική θεωρία του Βάκωνα (Bacon, θα ακολουθήσει εκτενές άρθρο). Την έκανε πιο συνεπή αλλά ταυτόχρονα πιο μονόπλευρη κι αφηρημένη.
   Τις διάφορες μορφές της κίνησης της ύλης, ο Τόμας Χόμπς τις ανάγει σε μια καθαρά μηχανική ή μαθηματική κίνηση. "Η αίσθηση χάνει τα ζωηρά της χρώματα - γράφει ο Μαρξ - και γίνεται αφηρημένη αίσθηση ενός γεωμέτρη."
  Μεγαλύτερη σημασία έχουν τα έργα του Χόμπς που είναι αφιερωμένα στη φιλοσοφία του κράτους και του δικαίου (Λεβιάθαν).
   Ο Τόμας Χόμπς εχθρευόταν την επανάσταση και στα έργα του υποστηρίζει πως ο λαός πρέπει να υπακούει αδιαμαρτύρητα στη Βασιλική εξουσία. Αλλά παρόλα αυτά, η αστική επανάσταση έβαλε τη σφραγίδα στη φιλοσοφία του. Ο φιλόσοφος βγάζει αντιδραστικά συμπεράσματα, αλλά τα επιχειρήματα που φέρνει υποστηρίζουν τα συμπεράσματα συλλογισμών του πάνω στα γεγονότα του εμφυλίου πολέμου.
  Δεν είναι τυχαίο που ο βασιλικός Ρόμπερτ Φίλμερ που υποστήριζε την πατριαρχική θεοκρατική θεωρία της απολυταρχίας, γράφει για τη φιλοσοφία του Χόμπς πως "δέχομαι το οικοδόμημα αλλά απορρίπτω τα θεμέλιά του" Ο Χόμπς με την πολιτική του θεωρία προσπαθεί να εξηγήσει ορθολογικά την προέλευση του κράτους και να προσδιορίσει τη θέση που έχει στην κοινωνία
   Με το δίκιο του ο Μάρξ τοποθετεί τον Χόμπς ανάμεσα στους φιλόσοφους που άρχισαν να βλέπουν το κράτος με ανθρώπινα και να βγάζουν τους τους φυσικούς τους νόμους, από το λογικό κι από την εμπειρία κι όχι από την θεολογία.
   Ο Χόμπς ξεκινάει όπως και οι άλλοι σύγχρονοι στοχαστές από τη σκέψη πως πριν από τον κοινωνικό τρόπο ζωής, προηγήθηκε ο φυσικός. Στη φυσική τους κατάσταση οι άνθρωποι ζούσαν ξεμοναχιασμένοι. Ο Χόμπς, αντίθετα από της φιλοσοφίας της περιόδου του διαφωτισμού κι από πολλούς σύγχρονους του (Μίλτον, Λίμπερν, κ.α.), πολύ λίγο προσπαθεί να εξαδινικεύσει τον "φυσικό άνθρωπο" και του αποδίδει πολλά από τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου αστού. Πιστεύει πως ο άνθρωπος είναι από τη φύση του εγωιστής, ένα αντικειμενικό ον και (συνεπώς) είναι λάθος να πιστεύουμε πως στο ον αυτό υπάρχει υπάρχει κοινωνικό ένστικτο όπως δίδαξε ο Αριστοτέλης ("Πολιτικό ζώον").
   Για τον Χόμπς, η φυσική κατάσταση ήταν μια κατάσταση όπυ δεν είχε δαμαστεί ακόμη η αυθαιρεσία κι όπου κυριαρχούσε ο πόλεμος πάντων εναντίον πάντων. Αλλά κανείς δεν ένιωθε ασφάλεια και γι'αυτό προβάλλει η ανάγκη να καταργηθεί ο πόλεμος κι έτσι έγινε η κοινωνία που στηρίζεται σ'ένα συμβόλαιο. Όρος του συμβολαίου αυτού, είναι, λέει ο Χόμπς, να παραιτηθούν οι άνθρωποι από τα φυσικά τους δικαιώματα και να τα μεταβιβάσουν στο κράτος. Ο Χόμπς πιστεύει πως η καλύτερη μορφή του κράτους είναι η μοναρχία. Υποστηρίζει με βεβαιότητα πως μόνο μια ισχυρή, χωρίς κανέναν περιορισμό, κρατική εξουσία είναι δυνατόν να επιβάλλει την ειρήνη και να εξασφαλίζει τους πολίτες. Υποστηρίζει πως η ατομική ιδιοκτησία παρουσιάστηκε με την ίδρυση του κράτους. Την περίοδο που οι άνθρωποι ζούσαν σε φυσική κατάσταση, η "φύση" τους έδινε τα πάντα. Και για να τα κατέχουν αυτά, γίνονταν οι πόλεμοι όλων εναντίον όλων. Η καθιέρωση του δικού μου και του δικού σου, δεν είναι τίποτε άλλο από το μοίρασμα των όσων έχει δώσει η φύση στους ανθρώπους κι αυτό είναι είναι ένα ζήτημα που αφορά την ανώτερη εξουσία (κράτος) ανεξάρτητα από την μορφή διακυβέρνησης.
   Ο Χόμπς έχει υλιστικές ιδέες για την προσέλευση και τον ρόλο της θρησκείας. Πιστεύει πως η θρησκεία στηρίζεται στην αμάθεια και στο φόβο που νιώθει ο άνθρωπος για το μέλλον. Αλλά είναι ανάγκη, υποστηρίζει ο Χομπς, να καλλιεργείται το θρησκευτικό αίσθημα στο λαό, για να διατηρείται έτσι η ειρήνη ανάμεσα στους πολίτες. Σύμφωνα με την άποψή του, ο υλισμός κι ο αθεισμός είναι κατανοητοί κι επιτρέπονται σ'ένα στενό κύκλο από μορφωμένους ανθρώπους.





Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Φιλοσοφία: Ορθολογισμός



  Ορθολογισμός (ρασιοναλισμός) είναι ο προσανατολισμός της γνωσιολογίας, σύμφωνα με τον οποίο η λογική αποτελεί τη μοναδική πηγή αυθεντικής γνώσης, σε αντίθεση προς τον εμπειρισμό, που παραδέχεται σαν πηγή των γνώσεών μας την εμπειρία που προέρχεται από τις αισθήσεις. Οι πιο διάσημοι εκπρόσωποι του ορθολογισμού είναι ο Καρτέσιος και ο Σπινόζα, που ο αγώνας τους ενάντια στη θρησκευτική και δογματική ιδεολογία της φεουδαρχίας, για το θρίαμβο της λογικής και των δικαιωμάτων της, είχε προοδευτικό χαρακτήρα.
   Θεμελιωτής του ορθολογισμού υπήρξε ο Καρτέσιος. Αυτός πρώτος έδειξε την παντοδυναμία της λογική, που την θεωρούσε σαν κριτήριο της αλήθειας. Για τους ορθολογιστές τα μαθηματικά, δηλαδή "η καθαρή" επιστήμη, που υποτίθεται πως είναι ανεξάρτητη από την εμπειρία, αποτελούν την ενσάρκωση της ιδανικής επιστήμης. Ο Καρτέσιος υποστήριξε ότι, όπως ο μαθηματικός φθάνει στη λύση των προβλημάτων του με τη δύναμη της λογικής, έτσι κι ο φιλόσοφος μπορεί να γνωρίσει την αλήθεια με τη βοήθεια και τη δύναμη της λογικής του. Κατά την άποψη των ορθολογιστών, τα δεδομένα των αισθήσεων είναι απατηλά, μόνον η λογική είναι το ασφαλές μέσο της γνώσης. Ο Μπαρούχ Σπινόζα, πίστευε επίσης ότι οι εμπειρικές γνώσεις είναι αβέβαιες, "συγκεκχυμένες ενώ η λογική μας παρέχει αναγκαίες κι αυθεντικές γνώσεις. Ενώ ο εμπειρισμός διακηρύσσει την απόλυτη αξία της εμπειρίας, υποτιμώντας έτσι το ρόλο της λογικής, ο ορθολογισμός αντίθετα αποσπά τη λογική από την εμπειρία από τις αισθήσεις κι αναγορεύει σε απόλυτη αξία τις αντιλήψεις και τη σκέψη. Η διάσπαση ανάμεσα στο λογικό και το αισθητό, οδηγεί μοιραία στον ιδεαλισμό, γιατί οι έννοιες κι οι αντιλήψεις καταντούν κοινές αφαιρέσεις στερημένες από συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο ορθολογιστής αρκείται στο συλλογισμό" σημειώνει ο Λένιν.
   Ο διαλεκτικός υλισμός, ξεπέρασε τον μονόπλευρο χαρακτήρα, τόσο του ορθολογισμού, όσο και του εμπειρισμού, έλυσε με επιστημονικό τρόπο το πρόβλημα του αισθητού και του λογικού, δύο στοιχείων συναφών μιας και της ίδιας διαδικασίας, δύο αναγκαίων αναβαθμίδων της γνώσης που αλληλοσυμπληρώνονται αμοιβαία. Η εμπειρία πηγάζει από τις αισθήσεις κι αποτελεί την αφετηρία της γνώσης. Η πραγματική γνώση αρχίζει με τα δεδομένα που παρέχουν οι ανθρώπινες αισθήσεις, τα αισθητήρια όργανα. Αλλά η άμεση αντίληψη που πηγάζει από την αίσθηση, δεν μας παρέχει ακόμη μια βαθιά και πλήρη γνώση. Οι δεσμοί και οι ενδότερες σχέσεις των πραγμάτων και των φαινομένων αποκαλύπτονται, με τη λογική, με τη θεωρητική γνώση. Για τον διαλεκτικό υλισμό, το αισθητό και το λογικό είναι αλληλένδετα και με την ενότητά τους συγκροτούν το μοναδικό προτσές της γνώσης.




Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Φιλοσοφία: Μηχανιστικός Υλισμός




   Από τον μεταφυσικό υλισμό, περνάμε στον μηχανιστικό υλισμό, ο οποίος αναπτύσσεται τον 16ο-18ο αιώνα. Ο μηχανιστικός υλισμός ήταν για την εποχή του μια αναγκαία και προοδευτική βαθμίδα του φιλοσοφικού υλισμού. Η μορφή αυτού του υλισμού καθορίστηκε από το ότι, απ'όλες τις επιστήμες, μόνο η μηχανική και τα μαθηματικά είχαν αναπτυχθεί. Αλλά αυτό ακριβώς εξηγεί και τον περιορισμένο χαρακτήρα του υλισμού της εποχής.
  Ο μηχανιστικός υλισμός προσπαθεί να εξηγήσει όλα τα φαινόμενα της φύσης, με τους νόμους της μηχανικής και να ανάγει όλα, τα ποιοτικά, διαφορετικά, φυσικά προτσές (χημεία, βιολογία, κ.λπ) σε μηχανικές λειτουργίες. Η διδασκαλία αυτή, θεωρεί την κίνηση όχι σαν μια αλλαγή γενικά, αλλά σαν μια μετατόπιση των σωμάτων μέσα στο χώρο που είναι αποτέλεσμα εξωτερικής επίδρασης ή σύγκρουσης των σωμάτων μεταξύ τους.
  Ο μηχανιστικός υλισμός αρνείται ότι η κίνηση είναι μια εσωτερική συμφυής ιδιότητα των πραγμάτων, αρνείται την ποιοτική αλλαγή τους, την εξέλιξή τους με άλματα, την εξέλιξή τους από το κατώτερο, στο ανώτερο, από απλό στο σύνθετο.
   Η μηχανιστική αντίληψη της φύσης διακρίνεται για στενότητα, είναι αδύνατη η παραδοχή της σαν όριο των γνώσεών μας, πολλές έννοιές της είναι αποστεωμένες. Αυτό αποτελεί ανεπάρκεια του παλιού υλισμού, μη κατανόηση της σχετικότητας όλων των επιστημονικών θεωριών, μεγαλοποίηση της μηχανιστικής άποψης. "Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς σε αντίθεση προς τη μεταφυσική μέθοδο, έβλεπαν την κοινωνία σαν έναν ζωντανό οργανισμό, σε συνεχή ανάπτυξη κι όχι σαν κάτι μηχανικά συνδεδεμένο, που γι'αυτό το λόγο επιτρέπει κάθε λογής αυθαίρετους συνδυασμούς των διάφορων κοινωνικών στοιχείων, που για τη μελέτη (του οργανισμού) είναι αναγκαία η αντικειμενική ανάλυση των σχέσεων παραγωγής που συγκροτούν τον δοσμένο κοινωνικό σχηματισμό και η έρευνα των νόμων της λειτουργίας και της ανάπτυξής του." (Λένιν απ. τ. 18, σ.254)
  Ο υλισμός των Γάλλων διαφωτιστών ήταν "κυρίως" μηχανιστικός, ο υλισμός αυτός δεν ήταν διαλεκτικός (ήταν μεταφυσικός με την έννοια της αντιδιαλεκτικής), δεν εφάρμοζε με συνέπεια κι ολόπλευρα την άποψη της εξέλιξης, το ότι η "ουσία του ανθρώπου" κατανοούνταν απ'αυτούς αφηρημένα κι όχι σαν σύνολο όλων των κοινωνικών σχέσεων (καθορισμένων, συγκεκριμένων ιστορικά) και γι'αυτό ο υλισμός δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να "εξηγεί" τον κόσμο, ενώ το ζήτημα έγκειται στην "αλλαγή" του, με άλλα λόγια δεν καταλάβαινε η σημασία της "επαναστατικής πρακτικής δράσης." 

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Φιλοσοφία: Μεταφυσικός Υλισμός


Friedrich Engels

"Το ιδεατό, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το υλικό στοιχείο μεταφυτευμένο και μεταφρασμένο μέσα στο ανθρώπινο κεφάλι. Η ύλη είναι το υποκείμενο κάθε αλλαγής. Ο αγώνας ενάντια στη θρησκεία, είναι έμμεσα ο αγώνας εναντίον του κόσμου του οποίου πνευματικό άρωμα είναι η θρησκεία." - Καρλ Μαρξ

"Δύο είναι οι γραμμές της φιλοσοφίας, η υλιστική και η ιδεαλιστική" - Φ.Ένγκελς

Σημείωση: Ο όρος μεταφυσική προέρχεται από την ελληνική πρόθεση "μετά" που σημαίνει ύστερα (κατόπιν) κι από την ελληνική επίσης λέξη "φυσική" που σημαίνει την επιστήμη της φύσης. Αντικείμενο της μεταφυσικής (ιδιαίτερα στον Αριστοτέλη), είναι η μελέτη του Είναι (της Ουσίας του Όντος), που στέκεται πίσω και πέρα από τη φύση. Ενώ η φύση είναι κίνηση του Είναι (το Ον η Ουσία), είναι εκείνο το αιώνιο κι αμετάβλητο, το υπερφυσικό που αποτελεί την πρωταρχική ουσία των πραγμάτων. Αυτό άλλοι το λένε Θεό, άλλοι Απόλυτο.

   Η πορεία της γνώσης όπως το μαρτυρεί η ιστορία της επιστήμης, έχει αντιφατικό χαρακτήρα. Η επιστήμη τείνοντας στην γνώση του κόσμου, σ'ένα ορισμένο στάδιο της ανάπτυξής της, ήταν αναγκασμένη να συγκεντρώσει τις προσπάθειές της, στη μελέτη των χωριστών μερών των αντικειμένων, έξω από την αμοιβαία σύνδεσή τους. Ο Ένγκελς τόνιζε ότι η βάση για τις λαμπρές επιτυχίες της φυσιογνωμίας του 16ου-18ου αιώνα, ήταν η αποσύνθεση της φύσης σε χωριστά μέρη, η διαίρεση των φαινομένων, ο διαμερισμός του όλου, η ανατομία των ζώων και των φυτών. Αυτός όμως ο τρόπος μελέτης της πραγματικότητας που δικαιώθηκε πέρα για πέρα στην εξέλιξη της επιστήμης, με την απολυτοποίησή του, κατάντησε μεταφυσικός επειδή εξέταζε τα πράγματα και το προτσές της φύσης, στην απομόνωσή τους έξω από την καθολική τους σύνδεση, δεν τα εξέταζε σαν μεταβαλλόμενα κατά ουσιαστικό τρόπο, αλλά σαν αιωνίως αμετάβλητα, νεκρά. Έτσι η γένεση της μεταφυσικής μεθόδου συνδέεται με το αναπόφευκτο εκείνο στάδιο εξέλιξης των επιστημών, όπου οι επιστήμες είχαν περιγραφικό χαρακτήρα, και περιόριζαν τα καθήκοντά τους κυρίως στη συσσώρευση γεγονότων για την συστηματοποίησής τους. "Για τον μεταφυσικό", γράφει ο Ένγκελς, "τα πράγματα και οι αντανακλάσεις τους στην ανθρώπινη συνείδηση και νόηση, δηλαδή οι έννοιες, οι παραστάσεις, οι αντιλήψεις, αποτελούν μεμονωμένα αντικείμενα μελέτης, παρατηρούνται κι ερευνώνται το ένα έπειτα από το άλλο, και το ένα ανεξάρτητο από το άλλο, σα να δίνονται για μια μόνη φορά, αιώνια κι αμετάβλητα. Ο μεταφυσικός σκέπτεται μόνο με αντιθέσεις, χωρίς μέσους όρους: λέει η ναι ναι ή όχι όχι όρος δε χωράει, αυτό δηλαδή που προχωρεί που βρίσκεται στο δρόμο της ανάπτυξης, που βρίσκεται στο δρόμο της διαμόρφωσής του, δεν αξίζει τον κόπο για έρευνα." (Αντι-Ντυρινγκ).
   Όλοι οι υλιστές παραδέχονται τη νομοτέλεια των φαινομένων της γύρω πραγματικότητας. Ο μεταφυσικός υλισμός όμως εξετάζει τους νόμους της φύσης, σαν αμετάβλητες θέσεις, αμετάβλητων ουσιών, σαν σχέσεις που διαιωνίζουν μια συγκεκριμένη κατάσταση που εμποδίζουν την αλλαγή της. "Ταυτόχρονα, όπως τόνιζε ο Λένιν, η δυνατότητα μεταφυσικής διαστρέβλωσης των φαινομένων της γύρω πραγματικότητας, περιέχεται και στο ίδιο γεγονός της αφηρημένης νόησης, που δεν μπορεί "να παρουσιάσει, να εκφράσει, να μετρήσει να απεικονίσει την κίνηση χωρίς να διακόψει το αδιάκοπο, χωρίς ν'απλουστεύσει, χωρίς να παρουσιάσει χοντροκομμένα, χωρίς να διαιρέσει και να νεκρώσει το ζωντανό. Η απεικόνιση της κίνησης από τη σκέψη, είναι πάντα μια χοντροκομμένη παρουσίαση, νέκρωση, κι όχι μόνο από τη σκέψη, αλλά κι από την αίσθηση κι όχι μόνο της κίνησης αλλά και κάθε έννοιας" (Λένιν Φιλοσοφικά Τετράδια). Στη φύση όλα τα φαινόμενα βρίσκονται σε αλληλουχία και αλληλοκαθορισμό, ταυτόχρονα όμως κάθε φαινόμενο είναι και κάτι μεμονωμένο. το καθορισμένο, το ποιοτικά διαφορετικό από τα υπόλοιπα. Στη φύση τα πάντα ρέουν κι αλλάζουν ταυτόχρονα, όμως το κάθε φαινόμενο για ένα ορισμένο χρονικά διάστημα, παραμένει το ίδιο με τον εαυτό του, διατηρεί τον καθορισμένο χαρακτήρα του, τη σταθερότητά του. Η μεταφυσική, μετατρέπει αυτές τις πραγματικές ιδιομορφίες των ίδιων των πραγμάτων σε απόλυτο. Η σχετική απομόνωση όλων των πραγμάτων διακηρύχτηκε αιώνια, αδιασάλευτη κι αρνείται την εξέλιξη τους (στο ίδιο το έργο).
  Ωστόσο, η δυνατότητα γέννεσης της μεταφυσικής, αυτή καθ'αυτή, δεν κάνει ακόμα αναπόφευκτη τη μεταφυσική σκέψη. Αν απουσιάζουν ορισμένες ευνοϊκές γι'αυτό κοινωνικές συνθήκες, η δυνατότητα αυτή δε θα μετατραπεί σε πραγματικότητα.
   Πέρα από τα παραπάνω, ο μεταφυσικός υλισμός όμως, μη ξέροντας να εφαρμόσει τη διαλεκτική στην θεωρία της γνώσης, δεν μπορεί να εξηγήσει το πέρασμα από την άμεση αισθησιακή αντίληψη των επιμέρους αντικειμένων (δεδομένα της όρασης, της αφής, κ.λπ) στη θεωρητική νόηση, στη γνώση που δουλεύει μ'έννοιες, μ'αφαιρέσεις. Γι αυτό ο μεταφυσικός υλιστής δεν μπορεί να εξηγήσει πως πραγματοποιείται η γνώση του απείρου, του απεριορίστου στο χώρο και στο χρόνο κόσμου, επειδή δε βλέπει το διαλεκτικό πέρασμα από τη γνώση του μεμονωμένου, του πεπερασμένου, του παροδικού προς τη γνώση του καθολικού, του απείρου, του αιώνιου, το αισθησιακά αντιληπτού προς τη γνώση εκείνου που, αν και υπάρχει αντικειμενικά στον ίδιο τον υλικό κόσμο, ωστόσο δεν αποτελεί άμεσα αντικείμενο των αισθήσεών μας (νόμος, αναγκαιότητα, ουσία, κ.λπ.) Ο μαρξιστικός φιλοσοφικός υλισμός, εξετάζοντας διαλεκτικά το προτσές της γνώσης, της πραγματικότητας, αποκαλύπτει την αντιφατική ενότητα θεωρίας και πράξης, αίσθησης και νόησης, απόλυτης και σχετικής αλήθειας, αφηρημένου και συγκεκριμένου, μεμονωμένου και γενικού, κ.λπ.




Κυριακή 7 Αυγούστου 2016

Φρειδερίκος Νίτσε



Friedrich Wilhelm Nietzsche (1844 - 1900)

   "Η τραγωδία του Νίτσε είναι ένα μονόδραμα... σ'όλες τις πράξεις αυτής της τραγωδίας, που ξετυλίγεται με μορφή χιονοστιβάδας, τούτος ο ερημίτης αγωνιστής στυλώνεται κατάμονος κάτω από τον θυελλώδη ουρανό της μοίρας του, κανείς δεν παραστέκει μαζί του, κανείς δεν ορθώνεται ενάντια του, καμιά γυναίκα δεν απαλύνει με τη θερμή παρουσία της την τεταμένη ατμόσφαιρα, κάθε κίνηση ξεκινά μοναδικά απ'αυτόν κι αντανακλάται πάλι στον ίδιο. Τα λίγα πρόσωπα που στην αρχή πορεύονται στη σκιά του, συνοδεύουν με βουβή μονάχα κατάπληξη και φρικαλέο ρίγος το ηρωικό του εγχείρημα κι ύστερα σιγά-σιγά απομακρύνονται σαν μπροστά σε κίνδυνο. Ούτε ένας δεν τολμάει να ριψοκινδυνεύσει την είσοδό του στον εδώ κύκλο της μοίρας του. Κι ο Νίτσε μιλάει πάντα, υποφέρει πάντα, αγωνίζεται πάντα μόνος του. Σε κανέναν δεν απευθύνει τον λόγο και δεν υπάρχει κανείς να του αποκριθεί και το πιο τρομερό είναι, πως κανείς δεν τον ακούει..."     (Στέφαν Ταβάιχ)

   "Ο άνθρωπος που [δεν είναι από δω], ο άνθρωπος που [πέθανε περπατώντας] δε θα πάει πια πουθενά και δεν θα νιώσει άλλη κούραση. Οι νεκροί, αλήθεια, είναι μονότονοι. Ο χιουμορίστας Μαρκ Τουέιν, στη νεκρική κάσα του έμοιαζε με τον τραγικό Φρειδερίκο Νίτσε κι ο Νίτσε νεκρός μου θύμιζε ένα ταπεινό μηχανικό του σταθμού της Κριβαίας Μούζκα"    (Μαξίμ Γκόρκυ)

   Αν παραθέσαμε τα παραπάνω αποσπάσματα, αυτό έγινε από σεβασμό πως τα πλούσια πνευματικά χαρίσματα του Νίτσε κι από μέθεξη στην τραγωδία της ζωής του. Ο Φρειδερίκος Νίτσε, γεννήθηκε το 1844 στο Ράικεν της Γερμανίας από πατέρα πάστορα Λουθηριανό. Κατά την εποχή που γεννήθηκε κι έγραψε ο Νίτσε στη γηραιά Ευρωπαϊκή ήπειρο, τόσο στη βάση όσο και στο εποικοδόμημα της λαμβάνουν χώρα καθοριστικά για το μέλλον της γεγονότα. Στον τομέα της κοινωνικής συνείδησης , διαλύεται το εγελιανό σύστημα των ιδεαλιστικών ουσιών, ενώ διασπάται η οικονομική σχολή του Ρικάρντο. Ο Μαρξ έχει διατυπώσει τον ιστορικό ματεριαλισμό, ενώ ο Δαρβίνος έγραψε την θεωρία της εξέλιξης των ειδών. Οι αστοί διανοούμενοι ξεπέφτουν στη χυδαία απολογητική, είτε στον πεσιμισμό που σημαίνει παθητική στάση. Το 1848, ξεσπούν στην Κεντρική και Δυτική Ευρώπη οι αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις, που χαρακτηρίζεται από την αυτόνομη κάθοδο του προλεταριάτου και κατά δεύτερο, η προδοσία της αστικής τάξης κι ο συμβιβασμός της με την αντίδραση. Το 1870, πραγματοποιείται η ενοποίηση της Γερμανίας, ενώ το 1871 ξεσπά η επανάσταση των κομμουνάρων του Παρισιού, όπου το προλεταριάτο έκανε "έφοδο στους ουρανούς" κι εγκαθίδρυσε σε επίπεδο πόλης το πρώτο κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου. Ιδρύονται τα εργατικά κόμματα και τα επαναστατικά συνδικάτα. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, αυτό του κομμουνισμού. Ο Νίτσε σ'όλη τη συγγραφική φιλοσοφική του δράση, καταπολεμά αυτό το φάντασμα. Διακατέχεται από αβυσσαλέο μίσος κατά του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού.
   Αποκαλεί τις εργαζόμενες μάζες, "όχλο", "αγέλη", "δούλους" και θεωρεί την εργασία ως ντροπή, ενώ διακηρύσσει τη δουλεία σαν ουσία του πολιτισμού. Χαρακτηρίζεται από προαίσθηση. Χωρίς να γνωρίζει οικονομία και πολιτικά αφελής, προοιωνίζεται την εποχή του ιμπεριαλισμού. Τον αντικρίζει από ηθική και πολιτιστική οπτική γωνία. Όπως ο Καρλάιλ θαυμάζει τον μεσαίωνα, ο Νίτσε θαυμάζει τη δουλοκτητική κοινωνία. Να τι γράφει: "Λένε πως οι Έλληνες εκμηδενίστηκαν εξαιτίας της δουλείας. Είναι πιο σίγουρο ακόμη να πούμε ότι κι εμείς θα εκμηδενιστούμε γιατί δεν έχουμε δουλεία.". Επίσης γράφει: "τίποτα δεν είναι αληθινό όλα επιτρέπονται."
   Αποτέλεσμα αυτής της θέσης είναι το Μπιρκενάου, το Νταχάου και του Άουσβιτς και τα άλλα κολαστήρια του ναζιφασισμού. Εκθειάζει όλα τα αντιδραστικά και σάπια γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν την αστική τάξη σαν τάξη. Κριτικάρει τον Βίσμαρκ σαν όχι υπεραντιδραστικό, παραμερίζει τον Βάγκνερ στο όνομα του ιμπεριαλιστικού μέλλοντος, ο Σωκράτης υποχωρεί στη σκιά και στη σιωπή γιατί σύμφωνα με το Νίτσε, είναι με τη λογική κι όχι με το ένστικτο. Σκιαγραφεί τον Χιτλερικό τύπο ηγέτη. Αρνείται την αστική πραγματικότητα της εποχής του στο όνομα του φασισμού, που του φτιάχνει το εκμαγείο. Απ'αυτές τις θέσεις ξεκινάει κι επιχειρεί μια αναθεώρηση όλων των αστικών αξιών. Αντιπαραθέτει στην, από παράδοση, υποκρισία της αστικής ιδεολογίας, την ιδεολογία της βιαιότητας και βαρβαρότητας, τον αντι-ανθρωπισμό και την κυνική ανηθικότητα. Παραποιεί το νόμο "τον αγώνα για την ύπαρξη" του Δαρβίνου, τον καθιστά παγκόσμιο αξίωμα και τον αντικαθιστά με τον "αγώνα για τη δύναμη". Αρνείται την ύπαρξη αντικειμενικών νόμων στη φύση και στην κοινωνία, αρνείται την εξέλιξη και την ανοδική πορεία της ιστορίας κι αντιπαραθέτει τον μύθο της "αιώνιας επιστροφής" όπου η ιστορία συνεχώς επαναλαμβάνεται. Το μίσος του προς το προλεταριάτο τον κάνει να διακηρύξει τη λατρεία της δύναμης και του ¨ξανθού κτήνους" τα οποία ανταποκρίνονται κατά τον πληρέστερο τρόπο στην ιδεολογία του φασισμού. Διαστέλλει καθαρά την "ηθική των δούλων" από την "ηθική των κυρίων", εκθειάζει τον άκρατο ατομικισμό, δηλαδή τη λατρεία του υπερανθρώπου που δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα, που περιφρονεί κάθε κανόνα δικαίου και ηθικής.
 Ο Φ.Νίτσε είναι βολονταριστής κι αποδίδει στη βούληση καθοριστικό ρόλο. Διακήρυσσε ότι η "τάση εξουσιασμού" είναι το κίνητρο όλων των εξελίξεων, τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία.
 Ο Νίτσε κατά την μονοπωλιακή φάση του καπιταλισμού παραμένει ο πρώτος φιλόσοφος.
  Όσο κι αν δικαιολογεί κι αν εξωραΐζει τον ιμπεριαλισμό με μύθους κι αφορισμούς, όσο κι αν η αστική τάξη τον χρησιμοποιεί για την εγκαθίδρυση ενός νέου φασισμού, ο καπιταλισμός με τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ύπαρξη του. Γρήγορα θα σημάνει η πένθιμη κωδωνοκρουσία του, νεκροθάφτης του θα είναι το προλεταριάτο που τόσο μίσησε ο Νίτσε. Το μέλλον ανήκει στους δούλους.




Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Τέχνη και παράδοση


Η παράδοση είναι σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη νέας κουλτούρας

  Η σύγχρονη, δηλαδή η νέα λογοτεχνία και τέχνη, παράλληλα με το νεωτερισμό, πρέπει να είναι στενά συνδεδεμένη με τη στάση που τηρείται έναντι της παράδοσης και το ρόλο που παίζει αυτή στην τέχνη και στην κουλτούρα.
  Η τέχνη πρέπει να αποβεί συνεχιστής των καλύτερων παραδόσεων του παρελθόντος του λαού, και να αφομοιώσει κατά κριτικό τρόπο και να προωθήσει τα επιτεύγματα και την πείρα της καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Η παράδοση είναι παράγοντας σημαντικός για την ανάπτυξη της νέας κουλτούρας, μεγάλη πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς όλων των ειδών.
  Το ενδιαφέρον για να επωφεληθούν από τη δημιουργική πείρα της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής παράδοσης, μεγαλώνει ιδιαίτερα σε περιόδους που στους δημιουργούς μπαίνουν νέα καθήκοντα, νέοι στόχοι, για να βαδίζουν πιο μπροστά και να κάνουν ένα ποιοτικό άλμα.
  Στις περιόδους αυτές, όταν στην κοινωνική ζωή γεννιούνται νέα φαινόμενα, τότε η προοδευτική κι επαναστατική τέχνη πρέπει να καθρεφτίζει τις νέες ιδιότητες των διαδικασιών ανάπτυξης της ζωής.
  Η δημιουργική πείρα της πολιτιστικής κληρονομιάς, την βοηθά να προσανατολιστεί καλύτερα και να απεικονίσει κατά καλλιτεχνικό τρόπο τα νέα φαινόμενα. Τούτο δεν γεννιέται σ'έναν κενό χώρο. Γι'αυτό και η νέα κουλτούρα θα είναι ανάπτυξη κατά φυσιολογικό τρόπο στις νέες συνθήκες της προοδευτικής κι επαναστατικής κουλτούρας που δημιούργησε η ανθρωπότητα.


  Με βάση τη Λενινιστική θέση σχετικά με τις δυο κουλτούρες, σε κάθε κοινωνία με τάξεις, γίνεται και η διαφοροποίηση μεταξύ της κουλτούρας και της τέχνης που ήταν εκφραστής των προοδευτικών, κοινωνικών, αισθητικών, ιδανικών της εποχής και της αντιδραστικής κουλτούρας των εκμεταλλευτριών τάξεων, στηριζόμενη πάντα στην θετική πείρα της προοδευτικής τέχνης.
  Η θεωρητική σκέψη και η δημιουργική πρακτική, απέδειξε ότι η ανάπτυξη της νέας τέχνης, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί έξω από την πλούσια παράδοση που δημιουργεί ο λαός κι αποσπασμένη απ'τις αξίες της παγκόσμιας κουλτούρας. Η πρακτική απέδειξε, ότι η παράδοση, είναι μεγάλη πηγή της δημιουργικής πείρας, είναι σημαντικός παράγοντας δράσης και στήριγμα για να βαδίσει μπροστά η τέχνη.
 Σήμερα στον κόσμο, έχουν διαδοθεί πολλές απόψεις και πρακτικές, μερικές από τις οποίες αρνούνται την επικαιρότητα των αξιών και τον ρόλο των καλλιτεχνικών παραδόσεων, ενώ μερικές άλλες υπερτιμούν τις παραδόσεις και δεν τηρούν σαφείς αρχές της διαλεκτικής και ταξικής στάσης.
  Η κυριότερη τάση είναι η άρνηση των αξιών της παράδοσης, η τάση ν'αποκαλέσουν την κληρονομιά σαν κάτι το συντηρητικό, το οπισθοδρομικό που πρέπει να το αρνηθείς.
  Δεν λείπουν όμως κι οι αντίπαλες τάσεις, οι οποίες ωθούμενες από στενό εθνικισμό, εκθειάζουν κάθε τι το εθνικό της κουλτούρας του παρελθόντος, ανεξάρτητα απ'το περιεχόμενο και τις κοινωνικές αξίες. Πρέπει να εκτιμηθούν όχι μόνο οι εθνικές παραδόσεις αλλά και οι παραδόσεις της παγκόσμιας προοδευτικής τέχνης.
 Από την εθνική κουλτούρα, πρέπει να εκτιμηθούν, τόσο οι παραδόσεις της εθνικής κουλτούρας όσο και τις πνευματικής.
  Οι εθνικές παραδόσεις είναι πηγή για το γνώρισμα της ιστορίας του λαού, των προσπαθειών του για λευτεριά κι ανεξαρτησία, είναι μέσο για το γνώρισμα του Εθνικού πολιτισμού, του πλούτου του μεγάλου κι αστείρευτου ταλέντο του λαού.
  Αυτές οι καλλιτεχνικές αξίες, πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν σημαντικό μέσο διαπαιδαγώγησης, που παροτρύνουν την εθνική περηφάνια. Η εκτίμηση προς τις παραδόσεις της εθνικής κουλτούρας, δεν είναι καθόλου ρομαντισμός, εθνική στενότητα των πεπαλαιωμένων.
  Ο σεβασμός της προοδευτικής, πολιτιστικής παράδοσης, βοηθά τον λαό να γνωρίσει τον εαυτό του, τη δημιουργική του δύναμη, να πολλαπλασιάσει τις δυνάμεις του και να οδεύσει στο δρόμο της προόδου.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Λέων Τολστόι: Ο καθρέφτης της επανάστασης


Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι (9 Σεπτεμβρίου 1828 - 20 Νοεμβρίου 1910)
 "Τι ογκόλιθος, ε; Τι δυνατός, τι ώριμος άντρακλας! Αυτό θα πει καλλιτέχνης πατερούλη μου.. Και ξέρετε ποιο είναι το καταπληκτικό; Πριν απ'αυτόν τον κόμη δεν υπήρχε αληθινός μουτίκος στην λογοτεχνία. Ύστερα κοιτάζοντάς με, με τα μικρά μισόκλειστα μάτια του ρώτησε: - Ποιος από τους Ευρωπαίους θα μπορούσε να σταθεί   δίπλα του; Κι απάντησε μόνος του. - Κανένας."
               (Από τα απομνημονεύματα του Μ.Γκόρκι "Β.Ι.Λένιν")

  Ο Λέων Τολστόι γεννήθηκε το 1828 στην Γιάσναγια Πολιάνα, δηλαδή 16 χρόνια μετά την εκστρατεία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και 3 χρόνια μετά την επανάσταση των Δεκεμβριστών. Αυτά τα δυο ιστορικά γεγονότα αποτέλεσαν την καθοριστική βάση γένεσης του φιλοσοφημένου αριστουργήματος "Πόλεμος και Ειρήνη". Σ'αυτό το έργο, ο Γ.Λούκατς βλέπει μια Φλωμπεριανή απόγνωση, ενώ στην πραγματικότητα φωτίζεται η επανάσταση των Δεκεμβριανών. Ο Λούκατς αναρωτιέται επίσης: πως είναι καθρέφτης της επανάστασης όταν την αντανακλά τόσο εσφαλμένα; Η αντίφαση όμως υπάρχει μέσα στο πράγμα κι όχι στην τέχνη του Τολστόι. Είναι θεϊστής, αλλά αμείλικτος εχθρός της ορθόδοξης εκκλησίας.
  Από άποψη ιστορικής εξέλιξης της Ρωσίας, ο θεϊσμός του είναι δικαιολογημένος. Αν ο Φ.Ντοστογιέφσκι πραγματεύεται στο έργο του την πάλη μεταξύ θεϊσμού κι αθεΐας, αν ο Μ.Γκόρκι αναλύει το εμπορικό κεφάλαιο, ο Τολστόι ασχολείται με την γαιοπρόσοδο, υλική βάση του φεουδαλισμού και του τσαρισμού. Όμως το κοινωνικό Είναι της Ρωσίας τα τελευταία 30 χρόνια του 19ου αιώνα, δεν είναι το μονοδιάστατο αλλά πολυσύνθετο. Αυτό αντανακλάται αντιφατικά στα έργα του, στις αντιλήψεις του, στις θεωρίες του. Οι αντιφάσεις είναι οφθαλμοφανείς. Από τη μια μεριά ένας μεγαλοφυής δημιουργός, που έδωσε όχι μόνο ασύγκριτες εικόνες της Ρωσικής ζωής, μα και έργα υψηλού αναστήματος κι από την άλλη ένας που "ανοηταίνει εν Χριστώ". Ο Τολστόι αναφωνούσε ένας ωραίος μπουρζουάς "είναι ζωντανή η ενσάρκωση μιας ενιαίας αρχής. Αυτός κι άλλοι τον τιμούν "ιστάμενοι εις στάσιν προσοχής", όχι επειδή είναι ενιαίος μα ίσα ίσα επειδή του λείπει η ενότητα. Οι αντιφάσεις στις απόψεις του Τολστόι, εκφράζουν τις αντιφατικές συνθήκες που επικρατούν στη Ρώσικη ζωή μετά την κατάργηση της δουλοπαροικίας το 1860. Τα παλιά ερείπια του χωριού και της οικονομίας του - μετά το 1860 - άρχισαν να γκρεμίζονται με πρωτοφανή ταχύτητα.


   Τον Λέοντα Τολστόι πρέπει να τον δούμε από τη σκοπιά διαμαρτυρίας, εναντίον του καπιταλισμού που αφαιρούσε τη γη από τους αγρότες, μια διαμαρτυρία που δεν μπορούσε να γεννηθεί, παρά μόνο στους κόλπους του Ρωσικού πατριαρχικού χωριού. Ο Τολστόι είναι εκφραστής των ιδεών, και των απόψεων, και των διαθέσεων, που επικρατούσαν στο νου και στην καρδιά εκατομμυρίων Ρώσων αγροτών όταν ζύγωνε η αστική επανάσταση. Κάθε ιστορικό βήμα των χωρικών στην επανάσταση, χαρακτηριζόταν από την τάση και την λαχτάρα ν'απαλλαγούν απ'τον ιερέα, τους τσιφλικάδες και το κράτος τους, ακρογωνιαίος λίθος στήριξης και υπεράσπισης των συμφερόντων τους. Τους αγρότες, τους έκαιγε ο πόθος της καταστροφής όλων των μορφών γαιοκτησίας και της δημιουργίας στη θέση του τσιφλικάδικου κράτους, ενός κοινοβίου ελευθέρων μικρονυκοκυραίων αγροτών, όπου όλοι θα είχαν ίσα δικαιώματα. Χωρίς αμφιβολία, το ιδεολογικό περιεχόμενο των έργων του, ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο σ'αυτή τη λαχτάρα των χωρικών παρά στον "αφηρημένο χριστιανισμό"...
  Από την άλλη μεριά, οι χωρικοί έχοντας την τάση νέων μορφών κοινής ζωής, κατά τρόπο μη συνειδητό, οδηγούνταν στην συνειδητή πάλη. Οι αγρότες μισούσαν αλλά αγνοούσαν τον δρόμο. Αυτόν, τελικά, τους τον έδειξε το προλεταριάτο. Ο Τολστόι αισθανόταν σαν μουζίκος, ήθελε να πραγματώσει το όνειρο της παλιάς πατριαρχικής αγροτιάς, μα δεν το κατάφερε - ονειρευόταν έναν τρόπο ζωής που είχε από καιρό εκλείψει. Ήθελε να προχωρήσει μπροστά, γυρίζοντας πίσω. Μα, δεν ήταν ο μόνος που ήθελε κάτι τέτοιο, το ήθελε και η αγροτιά που φοβόταν το μέλλον. Η αγροτιά, έβλεπε ότι η κεφαλαιοκρατική πόλη θα την ξεκληρίσει, έβλεπε την πόλη σαν μια τεράστια αγορά απατεώνων, έναν τόπο ανομίας κι εξαθλίωσης. Όμως οι χωρικοί είδαν, διαμαρτυρήθηκαν και τελικά επαναστάτησαν.
  Η καρδιά του Τολστόι, αυτού του κολοσσού της τέχνης, έπαψε να πάλλει το 1910, στις 6:05' το πρωί.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Το έπος του Γκιλγκαμές


Το αρχαιότερο γραπτό μέχρι σήμερα

 Το έπος του Γκιλγκαμές είναι το αρχαιότερο γραπτό που ανακαλύφθηκε μέχρι σήμερα. Το αρχαίο αυτό ποίημα, άφησε ίχνη στις γενιές και σήμερα το ενδιαφέρον για το έπος αυτό είναι μεγάλο. Τώρα, φυσικά, υπάρχει άλλος τρόπος του σκέπτεσθαι και πάνω απ'όλα μια σύγχρονη υλιστική αντίληψη για την ανθρώπινη κοινωνία και την ιστορία της. Παρόλα αυτά, υπάρχει και μεγάλο ενδιαφέρον για τα έπη του παρελθόντος, επειδή σ'αυτά βρίσκουμε αποδείξεις αρχαίων ιστορικών περιόδων, πολλά ενημερωτικά υλικά κι αισθητικές αξίες. Το έπος του Γκιλγκαμές ανήκει στη λογοτεχνική παράδοση της Μεσοποταμίας. Παρέμεινε άγνωστο για περίπου 2.500 χρόνια. Υπάρχουν απόψεις ότι είναι 900 χρόνια αρχαιότερο από τις Ινδικές Βέδες. Υπάρχει επίσης μια άλλη άποψη σύμφωνα με την οποία το έπος αυτό είναι 1.500 χρόνια αρχαιότερο από την Ιλιάδα.
  Ο Γκιλγκαμές (ή Γκιλγαμές), ήταν ο ήρωας των Σουμερικών μύθων, λαός που έζησε στη Μεσοποταμία. Τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα είναι γραμμένα σε πλάκες από άργιλο. Αποτελείται από 12 πλάκες από άργιλο και μοιάζει με επική ποίηση. Στην παγκόσμια λογοτεχνία το έπος του Γκιλγκαμές θεωρείται σαν έργο αφιερωμένο στα δεινά του θανάτου.
  Η αναλογία μεταξύ ζωής και θανάτου είναι αιώνιο θέμα της λογοτεχνίας. Το θέμα αυτό σε διάφορες διαστάσεις το συναντούμε σε πολλά λογοτεχνικά έργα ενώ στο εν λόγω έπος το θέμα αυτό αποτελεί τον κύριο στόχο του έργου.


  Ταυτόχρονα με την ιδέα της τραγικής τύχης του ανθρώπου, τονίζεται και η ιδέα ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Σ'αυτό εκφράζεται και η σημαντική ιδέα ότι η ζωή πρέπει να αξιοποιηθεί κι ότι πρέπει να τη ζήσουμε όσο το δυνατόν πιο δραστήρια.
  Οι ιδέες αυτές, αν και προέρχονται από έναν πανάρχαιο κόσμο, κάνουν ώστε το έργο να επικοινωνεί ελεύθερα με την εποχή μας και κυρίως για την πάλη ενάντια στο κακό.
  Η έννοια του έπους είναι η ακόλουθη.: Ο Γκιλγκαμές πεθαίνει όπως όλοι οι άνθρωποι, ζουν όμως τα κατορθώματά του. Στο έπος αυτό συνυφαίνεται η παρουσίαση τριών κόσμων, του θεϊκού, του ανθρώπινου και του ζωικού. Ο Γκιλγκαμές, που συνδέει τους τρεις αυτούς κόσμους, είναι το σύμβολο των εξαιρετικών προσπαθειών για να επιζήσει και ν'αποκτήσει την αθανασία. Το έπος του Γκιλγκαμές είναι ένα έργο που σε συναρπάζει. Έχουν ιδιαίτερη σημασία σ'αυτό το έργο τα πλούσια στοιχεία σχετικά με την Σουμερο-Βαβυλωνιακή παράδοση.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Βίκτωρ Ουγκώ


Victor Hugo (1802-1885)

"Όσο τα τρία προβλήματα, ο εξευτελισμός του άνδρα από την ανέχεια, το κατρακύλισμα της γυναίκας από την πείνα, η καχεξία του παιδιού από το νυχτέρι, δε θα βρίσκουν λύση τους όσο, ακόμα σε μερικές τάξεις η κοινωνική ασφυξία θα είναι δυνατή, με άλλα λόγια και γενικότερα όσο θα υπάρχει πάνω στη γη αμάθεια και δυστυχία, βιβλία σαν τους 'Άθλιους' μπορεί να είναι ανώφελα."

  Στα χρόνια της δεκαετίας του 1830, που ήταν περίοδος αγώνα του Γαλλικού προλεταριάτου, κι ενώ οι ρομαντικοί, αντιδραστικοί συγγραφείς και ποιητές εξυμνούσαν με νοσταλγία τον παλιό φεουδαρχικό κόσμο και κλείνονταν στον λεγόμενο ελεφάντινο πύργο, με την απόγνωση και μικροπρέπειά τους, ο Βίκτορ Ουγκώ απέβη με πλήρη συνείδηση, ο κήρυκας και κατά κάποιον τρόπο η συνείδηση έθνους. "Όταν μιλάω για τον εαυτό μου μιλάω για εσάς", λέει σ'έναν πρόλογο των έργων του. Ο Ουγκώ όχι μόνο έζησε έντονα τα σημαντικά γεγονότα του αιώνα με την ευαισθησία του μεγαλοφυή ποιητή και συγγραφέα, αλλά και δεσμεύτηκε ολόκληρος σ'αυτά. Η αστική επανάσταση του 1830, τον συνειδητοποίησε περισσότερο για την συγκεκριμένη κατάσταση της χώρας του και τον έφερε πιο κοντά στο λαό, στους "Αθλίους", όπως θα τους ονόμαζε αργότερα. Η αστική επανάσταση του 1848, είναι ακόμη μια σημαντική στιγμή που άφησε ίχνη στην κοσμοαντίληψη του συγγραφέα. Όπως πολλοί, και ο Ουγκώ έτρεφε ψευδαισθήσεις για την αστική δημοκρατία που αντικατέστησε την Ιουλιανή μοναρχία, νομίζοντας πως θα έλυνε τα κοινωνικά προβλήματα και τους ταξικούς ανταγωνισμούς. Παρόλα αυτά, βαθιά απογοητευμένος και νιώθοντας τον κίνδυνο της οπισθοδρόμησης, ο Ουγκώ είναι από εκείνους που προσπάθησαν να αντισταθούν μέχρι τέλους στην εγκαθίδρυση του Ναπολεόντειου καθεστώτος. Ο Ουγκώ όχι μόνο δεν παραδέχτηκε ποτέ την κυριαρχία του Ναπολέοντα που επιβλήθηκε με πραξικόπημα το 1851 αλλά την καταπολέμησε αποφασιστικά. Το μεγάλο μίσος του προς το Ναπολέοντα τον τρίτο και το καθεστώς του, υποχρέωσε τον ποιητή να ζήσει 20 περίπου χρόνια αυτοεξόριστος.
  Η περίφημη δήλωσή του ότι "θα γυρίσω στην πατρίδα μαζί με τη λευτεριά" στο έργο του "Στην εξορία", ανέβασαν το γόητρο και την δημοτικότητα του Ουγκώ. Αμέσως μετά την κατάρρευση του μισητού καθεστώτος το 1870, ο Ουγκώ γύρισε στον τόπο του και μερικούς μήνες αργότερα θα ζούσε τα ένδοξα γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού.
  Σ'αυτή "τη στιγμή δοκιμασίας", όπως ονομάστηκε η παρισινή Κομμούνα, ο Ουγκώ έδειξε πάλι τον εαυτό του. Ενώ πολλοί συγγραφείς και ποιητές της εποχής ξαναρίχτηκαν στις αγκάλες της αστικής τάξης απ'όπου είχαν βγει για να έρθουν σε βοήθεια της, δυσφημίζοντας και διασπείροντας το μίσος για την υπόθεση που αγωνιζόταν το παρισινό προλεταριάτο, ή όταν άλλοι διάλεγαν τον δρόμο της φορμαλιστικής τέχνης, ο Ουγκώ εμπνεύστηκε από τον ηρωισμό του παρισινού προλεταριάτου. Αυτός ονόμασε το 1871 έτος τρομερό κι εξέφρασε επιφυλάξεις μικροαστού αισθηματία προς τους κομμουνάρους, αλλά από την άλλη τραγούδησε το μεγαλείο που τους έκανε "Έφοδο στον ουρανό" και προσπάθησαν να οικοδομήσουν ένα καινούργιο κόσμο.
  Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Ουγκώ έβαλε τον εαυτό του και το ταλέντο του στην υπηρεσία των δημοκρατικών και ανθρωπίνων ιδανικών, παλεύοντας ενάντια σ'όλες τις μορφές της κοινωνικής αδικίας, με τη βαθιά κι ακλόνητη πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα βαδίζει προς ένα φωτεινό μέλλον. Είναι πραγματικότητα ότι τάχθηκε συνειδητά στην υπεράσπιση όλων εκείνων που καταπιέζονται και υποφέρουν στην κοινωνία με ανταγωνιστικές τάξεις. Η οργή και το κατηγορώ ενάντια σ'αυτή την κοινωνία, υπεύθυνη σ'όσα συμβαίνουν, σ'αυτή διαπερνούν πέρα για πέρα όλη τη δημιουργία του. Από την άλλη όμως ελπίζει κι ονειρεύεται, ότι ο καλύτερος δρόμος επίλυσης όλων των κοινωνικών προβλημάτων, είναι ο δρόμος της ηθικής τελειοποίησης και πανανθρώπινης αγάπης, ο δρόμος της κατανόησης και της συμφιλίωσης μεταξύ αντιμαχόμενων τάξεων. Κι όταν μιλάει για πράξη εξέγερσης, θέλει να προειδοποιήσει τις άρχουσες τάξεις για τον κίνδυνο που διατρέχει η κοινωνία αν δεν πάρει μέτρα για την άμβλυνση των αντιθέσεων και την λύση των επίμαχων κοινωνικών προβλημάτων. Ο ουμανισμός του Ουγκώ μένει αισθητά υπερταξικός κι ως ένα βαθμό Χριστιανικός. Μ'όλα ταύτα κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις βαθιές δημοκρατικές απόψεις του, οι οποίες αποτελούν τον άξονα της ζωής και της δημιουργίας τους. Το έργο του Ουγκώ, από τον καιρό ακόμα που ζούσε, ξεπέρασε τα όρια του χώρου κι αργότερα του χρόνου. Αυτός συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο γνωστούς και τους πιο επιφανείς συγγραφείς στον κόσμο.


  Ύστερα από την Ιουλιανή επανάσταση το 1830, το έργο μικρών αντιπροσώπων του ρομαντισμού, περιπλέκεται με τα δημοκρατικά και τα ουτοπικά ρεύματα της κοινωνικής σκέψης. Οι πιο λαμπροί εκπρόσωποι του ρομαντισμού αυτού είναι ο Βίκτωρ Ουγκώ και η Γεωργία Σάνδη. Ο Ουγκώ πέρασε δύσκολο δρόμο στην εξέλιξή του. Νεαρός ακόμα, παρουσιάστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή "Ωδές και μπαλάντες" (1822), όπου υμνούσε τα κρίνα των Βουρβώνων και την ευσέβεια της καθολικής θρησκείας. Αλλά πολύ γρήγορα άφησε τα θέματα αυτά κι από τα μέσα της τρίτης δεκαετίας προχώρησε στις φιλελεύθερες, δημοκρατικές ιδέες.
  Στον πρόλογο του θεατρικού έργου "Κρόμβελ" (1827), διατύπωνε τις αρχές που είχε η καινούργια, η ρομαντική δραματουργία. Καταπολέμησε τους κανόνες των "τριών ενοτήτων" και τον αυστηρό διαχωρισμό των [λογοτεχνικών] ειδών που ήταν χαρακτηριστικό του κλασικισμού. Αναγνώρισε τον Σαίξπηρ "θεό του θεάτρου" που υποστήριζε την ελευθερία και τη φυσικότητα, το "ντόπιο χρώμα" και το ανακάτεμα του τραγικού με το κωμικό στοιχείο. Το μανιφέστο του Ουγκώ έπαιξε θετικό ρόλο στην απαλλαγή της λογοτεχνίας από τους περιοριστικούς κανόνες του κλασικισμού. Από το άλλο μέρος, ο Ουγκώ αντικατέστησε τις κλασικιστικές συμβατικότητες, με τις ρομαντικές συμβατικότητες. Μεγάλη σημασία έδινε στο grotesque, για τον Ουγκώ μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση καλλιτεχνικής έκφρασης. Η δράση στα θεατρικά έργα του, ξετυλίγεται την περίοδο του μεσαίωνα με άφθονες εντυπωσιακές και συναρπαστικές στιγμές.
  Στα 1831 γράφει το μυθιστόρημα "Η Παναγία των Παρισίων". Η σκοτεινή όψη του καθεδρικού ναού ενσαρκώνει τον φεουδαρχικό μεσαίωνα, το βασίλειο της καταπίεσης και του φανατισμού. Αλλά ο καθεδρικός ναός προσελκύει τον ποιητή και σαν μεγαλόπρεπο μνημείο τέχνης που το έχει δημιουργήσει το πνεύμα του λαού. Η ζωή του περιγράφεται στο μυθιστόρημα αυτό και είναι γεμάτη από κοινωνικές αντιθέσεις. Ο συγγραφέας είναι με το μέρος των ανθρώπων του λαού. Αλλά η συμβατικότητα της τέχνης του, παρουσιάζει την καταπιεζόμενη μάζα να εκπροσωπείται από τύπους σαν τον τερατόμορφο Κουασιμόδο και την εξιδανικευμένη συναισθηματική Εσμεράλδα.
  Ο Ουγκώ χαιρέτησε με ενθουσιασμό την επανάσταση του 1830 αλλά για πολύ καιρό είχε αυταπάτες για το καθεστώς της ιουλιανής μοναρχίας. Μόνο ύστερα από την επανάσταση του 1848 ο Ουγκώ έγινε δημοκράτης. Αν και συγγραφέας, δεν κατάφερε να απαλαγεί τελικά από τις φιλελεύθερες αυταπάτες, ωστόσο οι ιδέες του ήταν, βασικά, δημοκρατικές. Καταπολέμησε θαρραλέα τον εγκληματικό τυχοδιωκτισμό του Λουδοβίκου-Βοναπάρτη που άρπαξε την εξουσία στη Γαλλία. Έγραψε εναντίον του το βιβλίο "Ιστορία ενός εγκλήματος" και το λίβελλο "Ναπολέων ο μικρός" (1852). Και τα δυο αυτά έργα έπαιξαν το ρόλο τους στον αγώνα εναντίον της αντίδρασης, αλλά ο Μαρξ σημειώνει πως ο Ουγκώ, μεγάλωσε άθελά του την αξία της προσωπικότητας του Λουδοβίκου-Βοναπάρτη.
  Ο Ουγκώ αναγκάστηκε να φύγει από τη Γαλλία και να ζήσει εξόριστος 20 περίπου χρόνια. Στο χρονικό αυτό διάστημα, πήρε ενεργό μέλος στον πολιτικό αγώνα εναντίον της αντίδρασης, προσπάθησε να σώσει από τη θανάτωση τον Τζων Μπράουν, διαμαρτυρήθηκε για την κατακτητική πολιτική της Αγγλίας και της Γαλλίας και υπερασπίστηκε στις σελίδες του περιοδικού "Κόλοκολ" ("Καμπάνα") του Χέρτσεν στην πολωνική ανεξαρτησία. Τα χρόνια της εξορίας ήταν για τον Ουγκώ περίοδος μεγάλης δημιουργίας. Στα 1853 τύπωσε την ποιητική του συλλογή "Οι τιμωρίες", όπου κατηγορεί με πάθος την αστική τάξη που πρόδωσε τη δημοκρατία, καθώς και τους αντιδραστικούς κληρικούς, την ταξική δικαιοσύνη και τον ίδιο τον σφετεριστή της εξουσίας - τον Ναπολέοντα Γ'. Μιλάει για το λαό με βαθιά συμπάθεια και πιστεύει με ενθουσιασμό στις δυνάμεις και στο μέλλον του.
  Στην εξορία του, έγραψε τα μυθιστορήματα "Οι άθλιοι", "Ο εργάτης της θάλασσας", "Ο άνθρωπος που γελάει. Ξεχωριστή σημασία έχει το μυθιστόρημά του "Οι άθλιοι" (1862), όπου αγγίζει τα οξύτερα κοινωνικά προβλήματα του 19ου αιώνα. Περιγράφει τη μοίρα ενός αγράμματου αγρότη - του Γιάννη Αγιάννη, που για το τίποτα βρίσκεται στα κάτεργα, και μιας νεαρής γυναίκας - της Φαντίνας, που γίνεται πόρνη, και αποδεικνύει πως και τα δυο αυτά πρόσωπα καταστρέφονται από την κοινωνική αδικία και τα ελαττώματα της αστικής κοινωνίας. Ο Ουγκώ πιστεύει πως ο άνθρωπος είναι δυνατόν να αναμορφωθεί ηθικά με την επίδραση του ανθρωπισμού και της συμπόνοιας. Η ιστορία του Γιάννη Αγιάννη και της Φαντίνας ξετυλίγεται πάνω σ'ένα πλατύ κοινωνικό φόντο. Περιγράφει π.χ., τις μάχες στα οδοφράγματα που έγιναν στο Παρίσι στα 1832. Οι συμπάθειες του Ουγκώ είναι με το μέρος του ξεσηκωμένου λαού. Μεταδίδει [στον αναγνώστη] το αγωνιστικό πάθος και δημιουργεί ανάγλυφες μορφές ξεσηκωμένων που ανάμεσά τους ξεχωρίζει το παρισινό χαμίνι Γαβριάς που ζωντανεύει το επαναστατικό πνεύμα του λαού της νεολαίας.


  Στα 1870, ο Ουγκώ γυρίζει στη Γαλλία. Στο πολιορκούμενο Παρίσι καλεί το λαό να υπερασπιστεί την πατρίδα. Ο συγγραφέας δεν καταλαβαίνει τη σημασία της Παρισινής κομμούνας, αλλά υπερασπίζεται θαρραλέα τους κομμουνάρους από τους διωγμούς που εξαπέλυσε εναντίον τους η νικήτρια αστική τάξη. Στα 1874 εκδίδεται το τελευταίο του μυθιστόρημα "Το 1893" που είναι αφιερωμένο στη Γαλλική Επανάσταση που είχε ξεσπάσει στα τέλη του 18ου αιώνα κι όπου περιγράφει τον αγώνα της νεαρής δημοκρατίας εναντίον της αντεπανάστασης. Ο Ουγκώ συμπαθεί τις επαναστατικές ιδέες, αλλά δεν κατορθώνει να λύσει τις αντιθέσεις ανάμεσα στη σκληρότητα του επαναστατικού αγώνα και στο ανθρωπιστικό αίσθημα, ανάμεσα στην τρομοκρατία και στη συμπόνοια, και οι αυταπάτες εξακολουθούν να τον κρατούν αιχμάλωτο.

Αμαντίν-Ωρόρ-Λουσίλ Ντυπέν (Γεωργία Σανδή, 1804-1876)

  Ονομαστή εκπρόσωπος της δημοκρατικής τάσης στο ρομαντισμό, ήταν η Γεωργία Σάνδη (George Sand, ψευδώνυμο της Αυγής Ντουπέν, 1804-1876), που στο δημιουργικό της έργο ανακίνησε τα φλέγοντα κοινωνικά προβλήματα της εποχής της. Στα πρώτα της μυθιστορήματα, Ινδιάνα, Βαλεντίνος, Λαιλία, Ζακ, η Σανδή εξετάζει τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια και στην κοινωνία και καταπολεμά την αστική ηθική. Ο Ένγκελς ονόμασε τη Γεωργία Σάνδη γενναία υπερασπίστρια των δικαιωμάτων της γυναίκας. Η όξυνση του κοινωνικού αγώνα στα 1840-1850, αναγκάζει τη συγγραφέα να στρέψει την προσοχή της σε πιο πλατιά κοινωνικά θέματα. Δημιουργεί λαϊκούς τύπους. Στα μυθιστορήματα "Ο σύντροφος του γύρου της Γαλλίας", "Ο μυλωνάς του Ανζιμπό" και "Το αμάρτημα του κυρίου Αντωνίου", κατακρίνεται ο εγωισμός των ιδιοκτητών και του αστικού πολιτισμού που εξαιτίας του υποφέρει ο λαός. Η Γεωργία Σάνδη ήταν οπαδός του σαινσιμονισμού (ουτοπική οικονομικο-κοινωνική θεωρία).
  Τα πιο αξιόλογα μυθιστορήματα της Γεωργίας Σάνδη είναι ο "Οράτιος" και ο "Κονσουέλο" που γράφτηκαν στις αρχές της 5ης δεκαετίας. Στον "Οράτιο", η συγγραφέας αφαιρεί το φωτοστέφανο από τον τύπο του αστού ατομιστή, που τόσο γοήτευε την πρώτη γενιά των ρομαντικών. Στο μυθιστόρημα "Κονσουέλο", θέμα είναι η μοίρα της τέχνης στην ταξική κοινωνία. Η συγγραφέας αναπτύσσει σ'αυτό την ιδέα πως η γνήσια τέχνη είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με το λαό.
  Η επανάσταση του 1848 προκάλεσε στη συνείδηση της Γεωργίας Σάνδη βαθιά κρίση. Με τη χρεοκοπία των ιδεών για μια ενιαία "υπερταξική δημοκρατία", η συγγραφέας σταμάτησε να ενδιαφέρεται για τα φλέγοντα πολιτικά ζητήματα και χαλαρώιηκε η ενασχόλησή της με τα κοινωνικά προβλήματα. Αν και τα διηγήματά της με περιεχόμενο την κοινωνική ζωή, χαρακτηρίζονται από μια βαθιά συμπάθεια για τις εργαζόμενες μάζες, ωστόσο σ'αυτά εξιδανικεύεται η νομιμοφροσύνη και η υποταγή του λαού.
  




Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Ερρίκος Ίψεν: Ο επιφανής Νορβηγός δραματουργός


Henrik Ibsen (1828-1906)

  Ο Ίψεν είναι ένας από τους σημαντικότερους και τους πιο γοητευτικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα. Είναι δημιούργημα των επαναστάσεων του 1848 και του Εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα των Νορβηγών ενάντια στους Σουηδούς και Δανούς φεουδάρχες. Τα έργα του είναι τόσο ρεαλιστικά και ισχυρά, που αντιστάθηκαν και θα αντισταθούν σε διάφορες εποχές, ακριβώς για τα προβλήματα παγκοσμίου χαρακτήρα που αναλύουν για τα θέματα που διατηρούν την ομορφιά και τρυφεράδα και στις μέρες μας. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ίψεν σαν καλλιτέχνη, είναι το πάθος του για τις ιδέες, η ηθική του ανησυχία, η έγνοια για τα προβλήματα της συνείδησης και της οικογένειας. Αυτά είναι μερικά από τα προτερήματά του, γι'αυτό τον αγαπά παντού το φιλότεχνο κοινό, όχι μόνο για τα οράματά του αλλά και για τον ίδιο. Ο Ίψεν είναι ο πιο μεγάλος δάσκαλος "της εξέγερσης του πνεύματος". Η διδασκαλία του αυτή έδωσε στο έργο του ένα στοιχείο μεγαλείου και γοητείας. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Νορβηγία και σε όλες τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, έφερε και τον απάνθρωπο χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας.
  Ο Ίψεν σαν επαναστάτης δημοκράτης συγγραφέας, ξεσηκώνεται αποφασιστικά ενάντια στον απάνθρωπο χαρακτήρα αυτού του συστήματος που φετιχοποιεί το ψέμα, την υποκρισία, την ανηθικότητα κ.λπ. Γι'αυτό το λόγο στα έργα του, σημαντική θέση κατέχει το πρόβλημα του καθρεφτίσματος του ρόλου που παίζει στην κοινωνική ζωή η αναλογία ψέμα - αλήθεια. Καθρεφτίζοντας με ρεαλισμό στα δράματά του την κοινωνική αυτή αναλογία που ενσαρκώνεται στη σύγκρουση μεταξύ της φαινομενικής τιμιότητας και του ψεύδους, στην πράξη ο Ίψεν βάδισε προς την άρνηση του αστικού συστήματος. Είναι πολέμιος της αστικής τάξης και καταδίκασε τον ατομικισμό της. Ο Ίψεν δίδαξε την "εξέγερση", δεν ήξερε όμως που θα έπρεπε να οδηγεί. Όταν όμως ένας άνθρωπος φτάσει σ'αυτό το σημείο και δεν καταλαβαίνει ο ίδιος που θα τον βγάλει η εξέγερσή του, τότε αναγκαστικά η διδασκαλία του καταντά σκοτεινή σαν τα σύννεφα. Κι αν ο συγγραφέας σκέφτεται με εικόνες, αν είναι καλλιτέχνης το σκοτάδι της διδασκαλίας του, θα έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την ανακρίβεια των εικόνων. Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως το αρνητικό αυτό στοιχείο, συναντιέται στα "ιδεολογικά" θεατρικά έργα του Ίψεν, κυρίως σ'αυτά που έγραψε προς το τέλος της ζωής του.
  Η ηθική του Ίψεν είναι επαναστατική, αντιπροσωπεύει την εξέγερση εναντίον της χυδαιότητας και της δειλίας των αστών. Προτείνει στο λαό να σπάσει την αλυσίδα του συμβιβασμού και να ριχτεί με ενεργητικότητα στο σκοπό του. Η ανανέωση κι ο εξαγνισμός των σκλαβωμένων ψυχών, το σβήσιμο κάθε είδους απανθρωπιάς και τεμπελιάς, να σπάσει ο λαός την αλυσίδα αυτή. Και τι θα γίνει αν σπάσει την αλυσίδα; Αυτό ο Ίψεν δεν το λέει. Η πάλη γίνεται σκοπός καθαυτός. Ο Ίψεν μας τραβά με την ηθική ανησυχία του. Στο τέλος όμως της ζωής του, γίνεται αφηρημένη ιδέα... στα μάτια του Ίψεν, ο ηθικός Νόμος μένει πάντα αυτοσκοπός. Όλα τα πρόσωπα στα τελευταία δράματά του, ξεχωρίζουν για τον πόθο τους για τα υψηλά και τα μεγάλα, όμως ο Ίψεν δεν ξέρει ποια είναι αυτά. Γιατί συμβαίνει αυτό; Λένε πως η λογοτεχνία και η τέχνη είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής ζωής. Αν αυτό είναι αλήθεια (και είναι), τότε η κοινωνική συνείδηση προσδιορίζεται από την κοινωνική ζωή, το κοινωνικό "είναι" και το κοινωνικό "είναι" με την μικρή παραγωγή και ιδιοκτησία και σε τελευταία ανάλυση με την μικροαστική ταξική συγκρότηση της Νορβηγικής κοινωνίας, εμπόδισαν τον Ίψεν και δεν μπόρεσε να κατανοήσει το ρόλο και την αποστολή της εργατικής τάξης κι αυτό βρήκε την αντανάκλασή του, στα έργα που έγραψε στο λυκόφως της ζωής του, τα οποία διαπνέονται από ένα πνεύμα αιδιοδοξίας.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Νίκος Καζαντζάκης



Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957)

                    "Ήθελε λέει, να'ναι λεύτερος, σκοτώστε τον"                                                                                    (Αδερφοφάδες)

  Μορφές της τέχνης και της κουλτούρας όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, δεν ανήκουν μόνο στον λαό και την χώρα τους, αλλά σ'όλη την προοδευτική ανθρωπότητα.
  Το ταλέντο του Καζαντζάκη εκδηλώνεται σ'όλα τα λογοτεχνικά και δημοσιολογικά είδη με τα οποία ασχολήθηκε. Ήταν ιστοριογράφος, νουβελλίστας, κωμωδιογράφος, ποιητής και μυθιστοριογράφος. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απλή, αυθεντική, κατανοητή και συγκεκριμένη. Εντύπωση προκαλεί ο ακριβής τρόπος περιγραφής των γεγονότων, των ηρώων, των τοπίων. Όλα αυτά δίνουν ιδιαίτερη ομορφιά στο ύφος του.
  Στα έργα του και κυρίως στα μυθιστορήματά του, ο  Καζαντζάκης χρησιμοποιεί την γλώσσα του λαού με μεταφορές, ζωντανή κι εκφραστική, μέσο της οποίας μας δίνει υπέροχους πίνακες με λόγια από τη ζωή του λαού. Ο Καζαντζάκης καθρεφτίζει με τέχνη όλες τις αντιθέσεις της εποχής και τις ψυχολογικές καταστάσεις των ηρώων του. Ο Καζαντζάκης είναι τεχνίτης του λόγου. Την δεξιοτεχνία του αυτή, την απέκτησε μέσα από τη βαθιά, γνώσης της ζωής και της επίμονης και επίπονης εργασίας για την αφομοίωση της λογοτεχνικής παιδείας. Απόδειξη γι'αυτό, είναι τα θαυμάσια έργα που βγήκαν από την πέννα του.
  Οι τραγωδίες, οι κωμωδίες του, τα ποιήματα, τα φιλοσοφικά του έργα και κυρίως τα μυθιστορήματά του, "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται", "Ο Καπετάν Μιχάλης", "Ο τελευταίος πειρασμός", είναι μνημεία της τέχνης αυτού του πραγματικού Έλληνα. Ο Καζαντζάκης εκτιμούσε τη λευτεριά πιο πολύ από κάθε άλλο πράγμα. Γνώριζε ότι την λευτεριά δεν σου την δωρίζει κανείς κι ότι έχει τις ρίζες της μέσα στο αίμα. Γι'αυτόν η λευτεριά είναι από εκείνα τα αγαθά που είναι πιο ακριβά απ'όλα. Στο έργο "Ο Καπετάν Μιχάλης", ο συγγραφέας περιγράφοντας τα γεγονότα στην γενέτειρά του, την Κρήτη στο τέλος του 19ου αιώνα, έχει σαν στόχο να προβάλλει τις υψηλές αρετές και το φιλελεύθερο πνεύμα των Κρητικών που δεν ανέχονται τον ξενικό ζυγό.
  Για τους μαχητές της λευτεριάς, υπάρχει μόνο ένας δρόμος, αυτός του αγώνα με το ντουφέκι στο χέρι. Αυτοί δεν επιθυμούν να στηριχτούν στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, επειδή σύμφωνα μ'αυτούς - κι έτσι είναι - εκείνος που αποκτά τη "λευτεριά" με τα χέρια των άλλων, παραμένει στην πραγματικότητα δούλος. Η μεγάλη ιδέα που διατυπώνει ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρη κι αντηχεί πάντα επίκαιρη. Ο λαός κερδίζει τη λευτεριά με ένοπλο αγώνα, στηριζόμενος στις δυνάμεις του. Παρόλο που το έργο έχει τραγικό τέλος, σαν συνέπεια της αντικειμενικής αντικατόπτρισης της πραγματικής κατάστασης της εποχής, το μυθιστόρημα διαπνέεται από αισιόδοξη ιδέα ότι δηλαδή οι καταπιεζόμενοι λαοί, ανεξάρτητα από τις προσωρινές αποτυχίες, έχουν ακράδαντη πίστη στην απελευθέρωσή τους.
  Τέτοιες μορφές μαχητών όπως ο Καπετάν Μιχάλης από πολλές απόψεις, σου θυμίζουν ήρωες των απελευθερωτικών αγώνων των λαών που διεξήχθησαν ενάντια σε διάφορους κατακτητές, ναζιφασίστες, αποικιοκράτες ή νεοαποικιοκράτες. Ο Καζαντζάκης έζησε μια δύσκολη ζωή πιο πολύ στα ξένα παρά την πατρίδα. Έζησε όμως τη ζωή του περήφανος και με αξιοπρέπεια.
  Παρόλο που το σκοταδιστικό ιερατείο τον αφόρισε για το μυθιστόρημά του "Ο τελευταίος πειρασμός", παρότι προσπάθησε μαζί με την πολιτική αντίδραση της εποχής να μην επιτρέψει να μεταφερθεί η σωρός του στην Ελλάδα, οι συμπατριώτες του μετέφεραν το μεγάλο τέκνο της Κρήτης και της Ελλάδας στην γενέτειρά του, το Ηράκλειο και τον ενταφίασαν. Αυτή είναι η πιο μεγάλη τιμή που μπορεί να κάνει ο λαός στους γιους του που αγωνίζονται κι εργάζονται γι'αυτό, για την εθνική και κοινωνική χειραφέτησή του.