Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Τέχνη και παράδοση


Η παράδοση είναι σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη νέας κουλτούρας

  Η σύγχρονη, δηλαδή η νέα λογοτεχνία και τέχνη, παράλληλα με το νεωτερισμό, πρέπει να είναι στενά συνδεδεμένη με τη στάση που τηρείται έναντι της παράδοσης και το ρόλο που παίζει αυτή στην τέχνη και στην κουλτούρα.
  Η τέχνη πρέπει να αποβεί συνεχιστής των καλύτερων παραδόσεων του παρελθόντος του λαού, και να αφομοιώσει κατά κριτικό τρόπο και να προωθήσει τα επιτεύγματα και την πείρα της καλλιτεχνικής κληρονομιάς. Η παράδοση είναι παράγοντας σημαντικός για την ανάπτυξη της νέας κουλτούρας, μεγάλη πηγή έμπνευσης για τους δημιουργούς όλων των ειδών.
  Το ενδιαφέρον για να επωφεληθούν από τη δημιουργική πείρα της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής παράδοσης, μεγαλώνει ιδιαίτερα σε περιόδους που στους δημιουργούς μπαίνουν νέα καθήκοντα, νέοι στόχοι, για να βαδίζουν πιο μπροστά και να κάνουν ένα ποιοτικό άλμα.
  Στις περιόδους αυτές, όταν στην κοινωνική ζωή γεννιούνται νέα φαινόμενα, τότε η προοδευτική κι επαναστατική τέχνη πρέπει να καθρεφτίζει τις νέες ιδιότητες των διαδικασιών ανάπτυξης της ζωής.
  Η δημιουργική πείρα της πολιτιστικής κληρονομιάς, την βοηθά να προσανατολιστεί καλύτερα και να απεικονίσει κατά καλλιτεχνικό τρόπο τα νέα φαινόμενα. Τούτο δεν γεννιέται σ'έναν κενό χώρο. Γι'αυτό και η νέα κουλτούρα θα είναι ανάπτυξη κατά φυσιολογικό τρόπο στις νέες συνθήκες της προοδευτικής κι επαναστατικής κουλτούρας που δημιούργησε η ανθρωπότητα.


  Με βάση τη Λενινιστική θέση σχετικά με τις δυο κουλτούρες, σε κάθε κοινωνία με τάξεις, γίνεται και η διαφοροποίηση μεταξύ της κουλτούρας και της τέχνης που ήταν εκφραστής των προοδευτικών, κοινωνικών, αισθητικών, ιδανικών της εποχής και της αντιδραστικής κουλτούρας των εκμεταλλευτριών τάξεων, στηριζόμενη πάντα στην θετική πείρα της προοδευτικής τέχνης.
  Η θεωρητική σκέψη και η δημιουργική πρακτική, απέδειξε ότι η ανάπτυξη της νέας τέχνης, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί έξω από την πλούσια παράδοση που δημιουργεί ο λαός κι αποσπασμένη απ'τις αξίες της παγκόσμιας κουλτούρας. Η πρακτική απέδειξε, ότι η παράδοση, είναι μεγάλη πηγή της δημιουργικής πείρας, είναι σημαντικός παράγοντας δράσης και στήριγμα για να βαδίσει μπροστά η τέχνη.
 Σήμερα στον κόσμο, έχουν διαδοθεί πολλές απόψεις και πρακτικές, μερικές από τις οποίες αρνούνται την επικαιρότητα των αξιών και τον ρόλο των καλλιτεχνικών παραδόσεων, ενώ μερικές άλλες υπερτιμούν τις παραδόσεις και δεν τηρούν σαφείς αρχές της διαλεκτικής και ταξικής στάσης.
  Η κυριότερη τάση είναι η άρνηση των αξιών της παράδοσης, η τάση ν'αποκαλέσουν την κληρονομιά σαν κάτι το συντηρητικό, το οπισθοδρομικό που πρέπει να το αρνηθείς.
  Δεν λείπουν όμως κι οι αντίπαλες τάσεις, οι οποίες ωθούμενες από στενό εθνικισμό, εκθειάζουν κάθε τι το εθνικό της κουλτούρας του παρελθόντος, ανεξάρτητα απ'το περιεχόμενο και τις κοινωνικές αξίες. Πρέπει να εκτιμηθούν όχι μόνο οι εθνικές παραδόσεις αλλά και οι παραδόσεις της παγκόσμιας προοδευτικής τέχνης.
 Από την εθνική κουλτούρα, πρέπει να εκτιμηθούν, τόσο οι παραδόσεις της εθνικής κουλτούρας όσο και τις πνευματικής.
  Οι εθνικές παραδόσεις είναι πηγή για το γνώρισμα της ιστορίας του λαού, των προσπαθειών του για λευτεριά κι ανεξαρτησία, είναι μέσο για το γνώρισμα του Εθνικού πολιτισμού, του πλούτου του μεγάλου κι αστείρευτου ταλέντο του λαού.
  Αυτές οι καλλιτεχνικές αξίες, πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν σημαντικό μέσο διαπαιδαγώγησης, που παροτρύνουν την εθνική περηφάνια. Η εκτίμηση προς τις παραδόσεις της εθνικής κουλτούρας, δεν είναι καθόλου ρομαντισμός, εθνική στενότητα των πεπαλαιωμένων.
  Ο σεβασμός της προοδευτικής, πολιτιστικής παράδοσης, βοηθά τον λαό να γνωρίσει τον εαυτό του, τη δημιουργική του δύναμη, να πολλαπλασιάσει τις δυνάμεις του και να οδεύσει στο δρόμο της προόδου.

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Λέων Τολστόι: Ο καθρέφτης της επανάστασης


Λεφ Νικολάιεβιτς Τολστόι (9 Σεπτεμβρίου 1828 - 20 Νοεμβρίου 1910)
 "Τι ογκόλιθος, ε; Τι δυνατός, τι ώριμος άντρακλας! Αυτό θα πει καλλιτέχνης πατερούλη μου.. Και ξέρετε ποιο είναι το καταπληκτικό; Πριν απ'αυτόν τον κόμη δεν υπήρχε αληθινός μουτίκος στην λογοτεχνία. Ύστερα κοιτάζοντάς με, με τα μικρά μισόκλειστα μάτια του ρώτησε: - Ποιος από τους Ευρωπαίους θα μπορούσε να σταθεί   δίπλα του; Κι απάντησε μόνος του. - Κανένας."
               (Από τα απομνημονεύματα του Μ.Γκόρκι "Β.Ι.Λένιν")

  Ο Λέων Τολστόι γεννήθηκε το 1828 στην Γιάσναγια Πολιάνα, δηλαδή 16 χρόνια μετά την εκστρατεία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και 3 χρόνια μετά την επανάσταση των Δεκεμβριστών. Αυτά τα δυο ιστορικά γεγονότα αποτέλεσαν την καθοριστική βάση γένεσης του φιλοσοφημένου αριστουργήματος "Πόλεμος και Ειρήνη". Σ'αυτό το έργο, ο Γ.Λούκατς βλέπει μια Φλωμπεριανή απόγνωση, ενώ στην πραγματικότητα φωτίζεται η επανάσταση των Δεκεμβριανών. Ο Λούκατς αναρωτιέται επίσης: πως είναι καθρέφτης της επανάστασης όταν την αντανακλά τόσο εσφαλμένα; Η αντίφαση όμως υπάρχει μέσα στο πράγμα κι όχι στην τέχνη του Τολστόι. Είναι θεϊστής, αλλά αμείλικτος εχθρός της ορθόδοξης εκκλησίας.
  Από άποψη ιστορικής εξέλιξης της Ρωσίας, ο θεϊσμός του είναι δικαιολογημένος. Αν ο Φ.Ντοστογιέφσκι πραγματεύεται στο έργο του την πάλη μεταξύ θεϊσμού κι αθεΐας, αν ο Μ.Γκόρκι αναλύει το εμπορικό κεφάλαιο, ο Τολστόι ασχολείται με την γαιοπρόσοδο, υλική βάση του φεουδαλισμού και του τσαρισμού. Όμως το κοινωνικό Είναι της Ρωσίας τα τελευταία 30 χρόνια του 19ου αιώνα, δεν είναι το μονοδιάστατο αλλά πολυσύνθετο. Αυτό αντανακλάται αντιφατικά στα έργα του, στις αντιλήψεις του, στις θεωρίες του. Οι αντιφάσεις είναι οφθαλμοφανείς. Από τη μια μεριά ένας μεγαλοφυής δημιουργός, που έδωσε όχι μόνο ασύγκριτες εικόνες της Ρωσικής ζωής, μα και έργα υψηλού αναστήματος κι από την άλλη ένας που "ανοηταίνει εν Χριστώ". Ο Τολστόι αναφωνούσε ένας ωραίος μπουρζουάς "είναι ζωντανή η ενσάρκωση μιας ενιαίας αρχής. Αυτός κι άλλοι τον τιμούν "ιστάμενοι εις στάσιν προσοχής", όχι επειδή είναι ενιαίος μα ίσα ίσα επειδή του λείπει η ενότητα. Οι αντιφάσεις στις απόψεις του Τολστόι, εκφράζουν τις αντιφατικές συνθήκες που επικρατούν στη Ρώσικη ζωή μετά την κατάργηση της δουλοπαροικίας το 1860. Τα παλιά ερείπια του χωριού και της οικονομίας του - μετά το 1860 - άρχισαν να γκρεμίζονται με πρωτοφανή ταχύτητα.


   Τον Λέοντα Τολστόι πρέπει να τον δούμε από τη σκοπιά διαμαρτυρίας, εναντίον του καπιταλισμού που αφαιρούσε τη γη από τους αγρότες, μια διαμαρτυρία που δεν μπορούσε να γεννηθεί, παρά μόνο στους κόλπους του Ρωσικού πατριαρχικού χωριού. Ο Τολστόι είναι εκφραστής των ιδεών, και των απόψεων, και των διαθέσεων, που επικρατούσαν στο νου και στην καρδιά εκατομμυρίων Ρώσων αγροτών όταν ζύγωνε η αστική επανάσταση. Κάθε ιστορικό βήμα των χωρικών στην επανάσταση, χαρακτηριζόταν από την τάση και την λαχτάρα ν'απαλλαγούν απ'τον ιερέα, τους τσιφλικάδες και το κράτος τους, ακρογωνιαίος λίθος στήριξης και υπεράσπισης των συμφερόντων τους. Τους αγρότες, τους έκαιγε ο πόθος της καταστροφής όλων των μορφών γαιοκτησίας και της δημιουργίας στη θέση του τσιφλικάδικου κράτους, ενός κοινοβίου ελευθέρων μικρονυκοκυραίων αγροτών, όπου όλοι θα είχαν ίσα δικαιώματα. Χωρίς αμφιβολία, το ιδεολογικό περιεχόμενο των έργων του, ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο σ'αυτή τη λαχτάρα των χωρικών παρά στον "αφηρημένο χριστιανισμό"...
  Από την άλλη μεριά, οι χωρικοί έχοντας την τάση νέων μορφών κοινής ζωής, κατά τρόπο μη συνειδητό, οδηγούνταν στην συνειδητή πάλη. Οι αγρότες μισούσαν αλλά αγνοούσαν τον δρόμο. Αυτόν, τελικά, τους τον έδειξε το προλεταριάτο. Ο Τολστόι αισθανόταν σαν μουζίκος, ήθελε να πραγματώσει το όνειρο της παλιάς πατριαρχικής αγροτιάς, μα δεν το κατάφερε - ονειρευόταν έναν τρόπο ζωής που είχε από καιρό εκλείψει. Ήθελε να προχωρήσει μπροστά, γυρίζοντας πίσω. Μα, δεν ήταν ο μόνος που ήθελε κάτι τέτοιο, το ήθελε και η αγροτιά που φοβόταν το μέλλον. Η αγροτιά, έβλεπε ότι η κεφαλαιοκρατική πόλη θα την ξεκληρίσει, έβλεπε την πόλη σαν μια τεράστια αγορά απατεώνων, έναν τόπο ανομίας κι εξαθλίωσης. Όμως οι χωρικοί είδαν, διαμαρτυρήθηκαν και τελικά επαναστάτησαν.
  Η καρδιά του Τολστόι, αυτού του κολοσσού της τέχνης, έπαψε να πάλλει το 1910, στις 6:05' το πρωί.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Το έπος του Γκιλγκαμές


Το αρχαιότερο γραπτό μέχρι σήμερα

 Το έπος του Γκιλγκαμές είναι το αρχαιότερο γραπτό που ανακαλύφθηκε μέχρι σήμερα. Το αρχαίο αυτό ποίημα, άφησε ίχνη στις γενιές και σήμερα το ενδιαφέρον για το έπος αυτό είναι μεγάλο. Τώρα, φυσικά, υπάρχει άλλος τρόπος του σκέπτεσθαι και πάνω απ'όλα μια σύγχρονη υλιστική αντίληψη για την ανθρώπινη κοινωνία και την ιστορία της. Παρόλα αυτά, υπάρχει και μεγάλο ενδιαφέρον για τα έπη του παρελθόντος, επειδή σ'αυτά βρίσκουμε αποδείξεις αρχαίων ιστορικών περιόδων, πολλά ενημερωτικά υλικά κι αισθητικές αξίες. Το έπος του Γκιλγκαμές ανήκει στη λογοτεχνική παράδοση της Μεσοποταμίας. Παρέμεινε άγνωστο για περίπου 2.500 χρόνια. Υπάρχουν απόψεις ότι είναι 900 χρόνια αρχαιότερο από τις Ινδικές Βέδες. Υπάρχει επίσης μια άλλη άποψη σύμφωνα με την οποία το έπος αυτό είναι 1.500 χρόνια αρχαιότερο από την Ιλιάδα.
  Ο Γκιλγκαμές (ή Γκιλγαμές), ήταν ο ήρωας των Σουμερικών μύθων, λαός που έζησε στη Μεσοποταμία. Τα πρώτα λογοτεχνικά κείμενα είναι γραμμένα σε πλάκες από άργιλο. Αποτελείται από 12 πλάκες από άργιλο και μοιάζει με επική ποίηση. Στην παγκόσμια λογοτεχνία το έπος του Γκιλγκαμές θεωρείται σαν έργο αφιερωμένο στα δεινά του θανάτου.
  Η αναλογία μεταξύ ζωής και θανάτου είναι αιώνιο θέμα της λογοτεχνίας. Το θέμα αυτό σε διάφορες διαστάσεις το συναντούμε σε πολλά λογοτεχνικά έργα ενώ στο εν λόγω έπος το θέμα αυτό αποτελεί τον κύριο στόχο του έργου.


  Ταυτόχρονα με την ιδέα της τραγικής τύχης του ανθρώπου, τονίζεται και η ιδέα ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος. Σ'αυτό εκφράζεται και η σημαντική ιδέα ότι η ζωή πρέπει να αξιοποιηθεί κι ότι πρέπει να τη ζήσουμε όσο το δυνατόν πιο δραστήρια.
  Οι ιδέες αυτές, αν και προέρχονται από έναν πανάρχαιο κόσμο, κάνουν ώστε το έργο να επικοινωνεί ελεύθερα με την εποχή μας και κυρίως για την πάλη ενάντια στο κακό.
  Η έννοια του έπους είναι η ακόλουθη.: Ο Γκιλγκαμές πεθαίνει όπως όλοι οι άνθρωποι, ζουν όμως τα κατορθώματά του. Στο έπος αυτό συνυφαίνεται η παρουσίαση τριών κόσμων, του θεϊκού, του ανθρώπινου και του ζωικού. Ο Γκιλγκαμές, που συνδέει τους τρεις αυτούς κόσμους, είναι το σύμβολο των εξαιρετικών προσπαθειών για να επιζήσει και ν'αποκτήσει την αθανασία. Το έπος του Γκιλγκαμές είναι ένα έργο που σε συναρπάζει. Έχουν ιδιαίτερη σημασία σ'αυτό το έργο τα πλούσια στοιχεία σχετικά με την Σουμερο-Βαβυλωνιακή παράδοση.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

Βίκτωρ Ουγκώ


Victor Hugo (1802-1885)

"Όσο τα τρία προβλήματα, ο εξευτελισμός του άνδρα από την ανέχεια, το κατρακύλισμα της γυναίκας από την πείνα, η καχεξία του παιδιού από το νυχτέρι, δε θα βρίσκουν λύση τους όσο, ακόμα σε μερικές τάξεις η κοινωνική ασφυξία θα είναι δυνατή, με άλλα λόγια και γενικότερα όσο θα υπάρχει πάνω στη γη αμάθεια και δυστυχία, βιβλία σαν τους 'Άθλιους' μπορεί να είναι ανώφελα."

  Στα χρόνια της δεκαετίας του 1830, που ήταν περίοδος αγώνα του Γαλλικού προλεταριάτου, κι ενώ οι ρομαντικοί, αντιδραστικοί συγγραφείς και ποιητές εξυμνούσαν με νοσταλγία τον παλιό φεουδαρχικό κόσμο και κλείνονταν στον λεγόμενο ελεφάντινο πύργο, με την απόγνωση και μικροπρέπειά τους, ο Βίκτορ Ουγκώ απέβη με πλήρη συνείδηση, ο κήρυκας και κατά κάποιον τρόπο η συνείδηση έθνους. "Όταν μιλάω για τον εαυτό μου μιλάω για εσάς", λέει σ'έναν πρόλογο των έργων του. Ο Ουγκώ όχι μόνο έζησε έντονα τα σημαντικά γεγονότα του αιώνα με την ευαισθησία του μεγαλοφυή ποιητή και συγγραφέα, αλλά και δεσμεύτηκε ολόκληρος σ'αυτά. Η αστική επανάσταση του 1830, τον συνειδητοποίησε περισσότερο για την συγκεκριμένη κατάσταση της χώρας του και τον έφερε πιο κοντά στο λαό, στους "Αθλίους", όπως θα τους ονόμαζε αργότερα. Η αστική επανάσταση του 1848, είναι ακόμη μια σημαντική στιγμή που άφησε ίχνη στην κοσμοαντίληψη του συγγραφέα. Όπως πολλοί, και ο Ουγκώ έτρεφε ψευδαισθήσεις για την αστική δημοκρατία που αντικατέστησε την Ιουλιανή μοναρχία, νομίζοντας πως θα έλυνε τα κοινωνικά προβλήματα και τους ταξικούς ανταγωνισμούς. Παρόλα αυτά, βαθιά απογοητευμένος και νιώθοντας τον κίνδυνο της οπισθοδρόμησης, ο Ουγκώ είναι από εκείνους που προσπάθησαν να αντισταθούν μέχρι τέλους στην εγκαθίδρυση του Ναπολεόντειου καθεστώτος. Ο Ουγκώ όχι μόνο δεν παραδέχτηκε ποτέ την κυριαρχία του Ναπολέοντα που επιβλήθηκε με πραξικόπημα το 1851 αλλά την καταπολέμησε αποφασιστικά. Το μεγάλο μίσος του προς το Ναπολέοντα τον τρίτο και το καθεστώς του, υποχρέωσε τον ποιητή να ζήσει 20 περίπου χρόνια αυτοεξόριστος.
  Η περίφημη δήλωσή του ότι "θα γυρίσω στην πατρίδα μαζί με τη λευτεριά" στο έργο του "Στην εξορία", ανέβασαν το γόητρο και την δημοτικότητα του Ουγκώ. Αμέσως μετά την κατάρρευση του μισητού καθεστώτος το 1870, ο Ουγκώ γύρισε στον τόπο του και μερικούς μήνες αργότερα θα ζούσε τα ένδοξα γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού.
  Σ'αυτή "τη στιγμή δοκιμασίας", όπως ονομάστηκε η παρισινή Κομμούνα, ο Ουγκώ έδειξε πάλι τον εαυτό του. Ενώ πολλοί συγγραφείς και ποιητές της εποχής ξαναρίχτηκαν στις αγκάλες της αστικής τάξης απ'όπου είχαν βγει για να έρθουν σε βοήθεια της, δυσφημίζοντας και διασπείροντας το μίσος για την υπόθεση που αγωνιζόταν το παρισινό προλεταριάτο, ή όταν άλλοι διάλεγαν τον δρόμο της φορμαλιστικής τέχνης, ο Ουγκώ εμπνεύστηκε από τον ηρωισμό του παρισινού προλεταριάτου. Αυτός ονόμασε το 1871 έτος τρομερό κι εξέφρασε επιφυλάξεις μικροαστού αισθηματία προς τους κομμουνάρους, αλλά από την άλλη τραγούδησε το μεγαλείο που τους έκανε "Έφοδο στον ουρανό" και προσπάθησαν να οικοδομήσουν ένα καινούργιο κόσμο.
  Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Ουγκώ έβαλε τον εαυτό του και το ταλέντο του στην υπηρεσία των δημοκρατικών και ανθρωπίνων ιδανικών, παλεύοντας ενάντια σ'όλες τις μορφές της κοινωνικής αδικίας, με τη βαθιά κι ακλόνητη πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα βαδίζει προς ένα φωτεινό μέλλον. Είναι πραγματικότητα ότι τάχθηκε συνειδητά στην υπεράσπιση όλων εκείνων που καταπιέζονται και υποφέρουν στην κοινωνία με ανταγωνιστικές τάξεις. Η οργή και το κατηγορώ ενάντια σ'αυτή την κοινωνία, υπεύθυνη σ'όσα συμβαίνουν, σ'αυτή διαπερνούν πέρα για πέρα όλη τη δημιουργία του. Από την άλλη όμως ελπίζει κι ονειρεύεται, ότι ο καλύτερος δρόμος επίλυσης όλων των κοινωνικών προβλημάτων, είναι ο δρόμος της ηθικής τελειοποίησης και πανανθρώπινης αγάπης, ο δρόμος της κατανόησης και της συμφιλίωσης μεταξύ αντιμαχόμενων τάξεων. Κι όταν μιλάει για πράξη εξέγερσης, θέλει να προειδοποιήσει τις άρχουσες τάξεις για τον κίνδυνο που διατρέχει η κοινωνία αν δεν πάρει μέτρα για την άμβλυνση των αντιθέσεων και την λύση των επίμαχων κοινωνικών προβλημάτων. Ο ουμανισμός του Ουγκώ μένει αισθητά υπερταξικός κι ως ένα βαθμό Χριστιανικός. Μ'όλα ταύτα κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τις βαθιές δημοκρατικές απόψεις του, οι οποίες αποτελούν τον άξονα της ζωής και της δημιουργίας τους. Το έργο του Ουγκώ, από τον καιρό ακόμα που ζούσε, ξεπέρασε τα όρια του χώρου κι αργότερα του χρόνου. Αυτός συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο γνωστούς και τους πιο επιφανείς συγγραφείς στον κόσμο.


  Ύστερα από την Ιουλιανή επανάσταση το 1830, το έργο μικρών αντιπροσώπων του ρομαντισμού, περιπλέκεται με τα δημοκρατικά και τα ουτοπικά ρεύματα της κοινωνικής σκέψης. Οι πιο λαμπροί εκπρόσωποι του ρομαντισμού αυτού είναι ο Βίκτωρ Ουγκώ και η Γεωργία Σάνδη. Ο Ουγκώ πέρασε δύσκολο δρόμο στην εξέλιξή του. Νεαρός ακόμα, παρουσιάστηκε στη λογοτεχνία με τη συλλογή "Ωδές και μπαλάντες" (1822), όπου υμνούσε τα κρίνα των Βουρβώνων και την ευσέβεια της καθολικής θρησκείας. Αλλά πολύ γρήγορα άφησε τα θέματα αυτά κι από τα μέσα της τρίτης δεκαετίας προχώρησε στις φιλελεύθερες, δημοκρατικές ιδέες.
  Στον πρόλογο του θεατρικού έργου "Κρόμβελ" (1827), διατύπωνε τις αρχές που είχε η καινούργια, η ρομαντική δραματουργία. Καταπολέμησε τους κανόνες των "τριών ενοτήτων" και τον αυστηρό διαχωρισμό των [λογοτεχνικών] ειδών που ήταν χαρακτηριστικό του κλασικισμού. Αναγνώρισε τον Σαίξπηρ "θεό του θεάτρου" που υποστήριζε την ελευθερία και τη φυσικότητα, το "ντόπιο χρώμα" και το ανακάτεμα του τραγικού με το κωμικό στοιχείο. Το μανιφέστο του Ουγκώ έπαιξε θετικό ρόλο στην απαλλαγή της λογοτεχνίας από τους περιοριστικούς κανόνες του κλασικισμού. Από το άλλο μέρος, ο Ουγκώ αντικατέστησε τις κλασικιστικές συμβατικότητες, με τις ρομαντικές συμβατικότητες. Μεγάλη σημασία έδινε στο grotesque, για τον Ουγκώ μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση καλλιτεχνικής έκφρασης. Η δράση στα θεατρικά έργα του, ξετυλίγεται την περίοδο του μεσαίωνα με άφθονες εντυπωσιακές και συναρπαστικές στιγμές.
  Στα 1831 γράφει το μυθιστόρημα "Η Παναγία των Παρισίων". Η σκοτεινή όψη του καθεδρικού ναού ενσαρκώνει τον φεουδαρχικό μεσαίωνα, το βασίλειο της καταπίεσης και του φανατισμού. Αλλά ο καθεδρικός ναός προσελκύει τον ποιητή και σαν μεγαλόπρεπο μνημείο τέχνης που το έχει δημιουργήσει το πνεύμα του λαού. Η ζωή του περιγράφεται στο μυθιστόρημα αυτό και είναι γεμάτη από κοινωνικές αντιθέσεις. Ο συγγραφέας είναι με το μέρος των ανθρώπων του λαού. Αλλά η συμβατικότητα της τέχνης του, παρουσιάζει την καταπιεζόμενη μάζα να εκπροσωπείται από τύπους σαν τον τερατόμορφο Κουασιμόδο και την εξιδανικευμένη συναισθηματική Εσμεράλδα.
  Ο Ουγκώ χαιρέτησε με ενθουσιασμό την επανάσταση του 1830 αλλά για πολύ καιρό είχε αυταπάτες για το καθεστώς της ιουλιανής μοναρχίας. Μόνο ύστερα από την επανάσταση του 1848 ο Ουγκώ έγινε δημοκράτης. Αν και συγγραφέας, δεν κατάφερε να απαλαγεί τελικά από τις φιλελεύθερες αυταπάτες, ωστόσο οι ιδέες του ήταν, βασικά, δημοκρατικές. Καταπολέμησε θαρραλέα τον εγκληματικό τυχοδιωκτισμό του Λουδοβίκου-Βοναπάρτη που άρπαξε την εξουσία στη Γαλλία. Έγραψε εναντίον του το βιβλίο "Ιστορία ενός εγκλήματος" και το λίβελλο "Ναπολέων ο μικρός" (1852). Και τα δυο αυτά έργα έπαιξαν το ρόλο τους στον αγώνα εναντίον της αντίδρασης, αλλά ο Μαρξ σημειώνει πως ο Ουγκώ, μεγάλωσε άθελά του την αξία της προσωπικότητας του Λουδοβίκου-Βοναπάρτη.
  Ο Ουγκώ αναγκάστηκε να φύγει από τη Γαλλία και να ζήσει εξόριστος 20 περίπου χρόνια. Στο χρονικό αυτό διάστημα, πήρε ενεργό μέλος στον πολιτικό αγώνα εναντίον της αντίδρασης, προσπάθησε να σώσει από τη θανάτωση τον Τζων Μπράουν, διαμαρτυρήθηκε για την κατακτητική πολιτική της Αγγλίας και της Γαλλίας και υπερασπίστηκε στις σελίδες του περιοδικού "Κόλοκολ" ("Καμπάνα") του Χέρτσεν στην πολωνική ανεξαρτησία. Τα χρόνια της εξορίας ήταν για τον Ουγκώ περίοδος μεγάλης δημιουργίας. Στα 1853 τύπωσε την ποιητική του συλλογή "Οι τιμωρίες", όπου κατηγορεί με πάθος την αστική τάξη που πρόδωσε τη δημοκρατία, καθώς και τους αντιδραστικούς κληρικούς, την ταξική δικαιοσύνη και τον ίδιο τον σφετεριστή της εξουσίας - τον Ναπολέοντα Γ'. Μιλάει για το λαό με βαθιά συμπάθεια και πιστεύει με ενθουσιασμό στις δυνάμεις και στο μέλλον του.
  Στην εξορία του, έγραψε τα μυθιστορήματα "Οι άθλιοι", "Ο εργάτης της θάλασσας", "Ο άνθρωπος που γελάει. Ξεχωριστή σημασία έχει το μυθιστόρημά του "Οι άθλιοι" (1862), όπου αγγίζει τα οξύτερα κοινωνικά προβλήματα του 19ου αιώνα. Περιγράφει τη μοίρα ενός αγράμματου αγρότη - του Γιάννη Αγιάννη, που για το τίποτα βρίσκεται στα κάτεργα, και μιας νεαρής γυναίκας - της Φαντίνας, που γίνεται πόρνη, και αποδεικνύει πως και τα δυο αυτά πρόσωπα καταστρέφονται από την κοινωνική αδικία και τα ελαττώματα της αστικής κοινωνίας. Ο Ουγκώ πιστεύει πως ο άνθρωπος είναι δυνατόν να αναμορφωθεί ηθικά με την επίδραση του ανθρωπισμού και της συμπόνοιας. Η ιστορία του Γιάννη Αγιάννη και της Φαντίνας ξετυλίγεται πάνω σ'ένα πλατύ κοινωνικό φόντο. Περιγράφει π.χ., τις μάχες στα οδοφράγματα που έγιναν στο Παρίσι στα 1832. Οι συμπάθειες του Ουγκώ είναι με το μέρος του ξεσηκωμένου λαού. Μεταδίδει [στον αναγνώστη] το αγωνιστικό πάθος και δημιουργεί ανάγλυφες μορφές ξεσηκωμένων που ανάμεσά τους ξεχωρίζει το παρισινό χαμίνι Γαβριάς που ζωντανεύει το επαναστατικό πνεύμα του λαού της νεολαίας.


  Στα 1870, ο Ουγκώ γυρίζει στη Γαλλία. Στο πολιορκούμενο Παρίσι καλεί το λαό να υπερασπιστεί την πατρίδα. Ο συγγραφέας δεν καταλαβαίνει τη σημασία της Παρισινής κομμούνας, αλλά υπερασπίζεται θαρραλέα τους κομμουνάρους από τους διωγμούς που εξαπέλυσε εναντίον τους η νικήτρια αστική τάξη. Στα 1874 εκδίδεται το τελευταίο του μυθιστόρημα "Το 1893" που είναι αφιερωμένο στη Γαλλική Επανάσταση που είχε ξεσπάσει στα τέλη του 18ου αιώνα κι όπου περιγράφει τον αγώνα της νεαρής δημοκρατίας εναντίον της αντεπανάστασης. Ο Ουγκώ συμπαθεί τις επαναστατικές ιδέες, αλλά δεν κατορθώνει να λύσει τις αντιθέσεις ανάμεσα στη σκληρότητα του επαναστατικού αγώνα και στο ανθρωπιστικό αίσθημα, ανάμεσα στην τρομοκρατία και στη συμπόνοια, και οι αυταπάτες εξακολουθούν να τον κρατούν αιχμάλωτο.

Αμαντίν-Ωρόρ-Λουσίλ Ντυπέν (Γεωργία Σανδή, 1804-1876)

  Ονομαστή εκπρόσωπος της δημοκρατικής τάσης στο ρομαντισμό, ήταν η Γεωργία Σάνδη (George Sand, ψευδώνυμο της Αυγής Ντουπέν, 1804-1876), που στο δημιουργικό της έργο ανακίνησε τα φλέγοντα κοινωνικά προβλήματα της εποχής της. Στα πρώτα της μυθιστορήματα, Ινδιάνα, Βαλεντίνος, Λαιλία, Ζακ, η Σανδή εξετάζει τη θέση της γυναίκας στην οικογένεια και στην κοινωνία και καταπολεμά την αστική ηθική. Ο Ένγκελς ονόμασε τη Γεωργία Σάνδη γενναία υπερασπίστρια των δικαιωμάτων της γυναίκας. Η όξυνση του κοινωνικού αγώνα στα 1840-1850, αναγκάζει τη συγγραφέα να στρέψει την προσοχή της σε πιο πλατιά κοινωνικά θέματα. Δημιουργεί λαϊκούς τύπους. Στα μυθιστορήματα "Ο σύντροφος του γύρου της Γαλλίας", "Ο μυλωνάς του Ανζιμπό" και "Το αμάρτημα του κυρίου Αντωνίου", κατακρίνεται ο εγωισμός των ιδιοκτητών και του αστικού πολιτισμού που εξαιτίας του υποφέρει ο λαός. Η Γεωργία Σάνδη ήταν οπαδός του σαινσιμονισμού (ουτοπική οικονομικο-κοινωνική θεωρία).
  Τα πιο αξιόλογα μυθιστορήματα της Γεωργίας Σάνδη είναι ο "Οράτιος" και ο "Κονσουέλο" που γράφτηκαν στις αρχές της 5ης δεκαετίας. Στον "Οράτιο", η συγγραφέας αφαιρεί το φωτοστέφανο από τον τύπο του αστού ατομιστή, που τόσο γοήτευε την πρώτη γενιά των ρομαντικών. Στο μυθιστόρημα "Κονσουέλο", θέμα είναι η μοίρα της τέχνης στην ταξική κοινωνία. Η συγγραφέας αναπτύσσει σ'αυτό την ιδέα πως η γνήσια τέχνη είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με το λαό.
  Η επανάσταση του 1848 προκάλεσε στη συνείδηση της Γεωργίας Σάνδη βαθιά κρίση. Με τη χρεοκοπία των ιδεών για μια ενιαία "υπερταξική δημοκρατία", η συγγραφέας σταμάτησε να ενδιαφέρεται για τα φλέγοντα πολιτικά ζητήματα και χαλαρώιηκε η ενασχόλησή της με τα κοινωνικά προβλήματα. Αν και τα διηγήματά της με περιεχόμενο την κοινωνική ζωή, χαρακτηρίζονται από μια βαθιά συμπάθεια για τις εργαζόμενες μάζες, ωστόσο σ'αυτά εξιδανικεύεται η νομιμοφροσύνη και η υποταγή του λαού.
  




Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Ερρίκος Ίψεν: Ο επιφανής Νορβηγός δραματουργός


Henrik Ibsen (1828-1906)

  Ο Ίψεν είναι ένας από τους σημαντικότερους και τους πιο γοητευτικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα. Είναι δημιούργημα των επαναστάσεων του 1848 και του Εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα των Νορβηγών ενάντια στους Σουηδούς και Δανούς φεουδάρχες. Τα έργα του είναι τόσο ρεαλιστικά και ισχυρά, που αντιστάθηκαν και θα αντισταθούν σε διάφορες εποχές, ακριβώς για τα προβλήματα παγκοσμίου χαρακτήρα που αναλύουν για τα θέματα που διατηρούν την ομορφιά και τρυφεράδα και στις μέρες μας. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ίψεν σαν καλλιτέχνη, είναι το πάθος του για τις ιδέες, η ηθική του ανησυχία, η έγνοια για τα προβλήματα της συνείδησης και της οικογένειας. Αυτά είναι μερικά από τα προτερήματά του, γι'αυτό τον αγαπά παντού το φιλότεχνο κοινό, όχι μόνο για τα οράματά του αλλά και για τον ίδιο. Ο Ίψεν είναι ο πιο μεγάλος δάσκαλος "της εξέγερσης του πνεύματος". Η διδασκαλία του αυτή έδωσε στο έργο του ένα στοιχείο μεγαλείου και γοητείας. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Νορβηγία και σε όλες τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, έφερε και τον απάνθρωπο χαρακτήρα της αστικής κοινωνίας.
  Ο Ίψεν σαν επαναστάτης δημοκράτης συγγραφέας, ξεσηκώνεται αποφασιστικά ενάντια στον απάνθρωπο χαρακτήρα αυτού του συστήματος που φετιχοποιεί το ψέμα, την υποκρισία, την ανηθικότητα κ.λπ. Γι'αυτό το λόγο στα έργα του, σημαντική θέση κατέχει το πρόβλημα του καθρεφτίσματος του ρόλου που παίζει στην κοινωνική ζωή η αναλογία ψέμα - αλήθεια. Καθρεφτίζοντας με ρεαλισμό στα δράματά του την κοινωνική αυτή αναλογία που ενσαρκώνεται στη σύγκρουση μεταξύ της φαινομενικής τιμιότητας και του ψεύδους, στην πράξη ο Ίψεν βάδισε προς την άρνηση του αστικού συστήματος. Είναι πολέμιος της αστικής τάξης και καταδίκασε τον ατομικισμό της. Ο Ίψεν δίδαξε την "εξέγερση", δεν ήξερε όμως που θα έπρεπε να οδηγεί. Όταν όμως ένας άνθρωπος φτάσει σ'αυτό το σημείο και δεν καταλαβαίνει ο ίδιος που θα τον βγάλει η εξέγερσή του, τότε αναγκαστικά η διδασκαλία του καταντά σκοτεινή σαν τα σύννεφα. Κι αν ο συγγραφέας σκέφτεται με εικόνες, αν είναι καλλιτέχνης το σκοτάδι της διδασκαλίας του, θα έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την ανακρίβεια των εικόνων. Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως το αρνητικό αυτό στοιχείο, συναντιέται στα "ιδεολογικά" θεατρικά έργα του Ίψεν, κυρίως σ'αυτά που έγραψε προς το τέλος της ζωής του.
  Η ηθική του Ίψεν είναι επαναστατική, αντιπροσωπεύει την εξέγερση εναντίον της χυδαιότητας και της δειλίας των αστών. Προτείνει στο λαό να σπάσει την αλυσίδα του συμβιβασμού και να ριχτεί με ενεργητικότητα στο σκοπό του. Η ανανέωση κι ο εξαγνισμός των σκλαβωμένων ψυχών, το σβήσιμο κάθε είδους απανθρωπιάς και τεμπελιάς, να σπάσει ο λαός την αλυσίδα αυτή. Και τι θα γίνει αν σπάσει την αλυσίδα; Αυτό ο Ίψεν δεν το λέει. Η πάλη γίνεται σκοπός καθαυτός. Ο Ίψεν μας τραβά με την ηθική ανησυχία του. Στο τέλος όμως της ζωής του, γίνεται αφηρημένη ιδέα... στα μάτια του Ίψεν, ο ηθικός Νόμος μένει πάντα αυτοσκοπός. Όλα τα πρόσωπα στα τελευταία δράματά του, ξεχωρίζουν για τον πόθο τους για τα υψηλά και τα μεγάλα, όμως ο Ίψεν δεν ξέρει ποια είναι αυτά. Γιατί συμβαίνει αυτό; Λένε πως η λογοτεχνία και η τέχνη είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής ζωής. Αν αυτό είναι αλήθεια (και είναι), τότε η κοινωνική συνείδηση προσδιορίζεται από την κοινωνική ζωή, το κοινωνικό "είναι" και το κοινωνικό "είναι" με την μικρή παραγωγή και ιδιοκτησία και σε τελευταία ανάλυση με την μικροαστική ταξική συγκρότηση της Νορβηγικής κοινωνίας, εμπόδισαν τον Ίψεν και δεν μπόρεσε να κατανοήσει το ρόλο και την αποστολή της εργατικής τάξης κι αυτό βρήκε την αντανάκλασή του, στα έργα που έγραψε στο λυκόφως της ζωής του, τα οποία διαπνέονται από ένα πνεύμα αιδιοδοξίας.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Νίκος Καζαντζάκης



Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957)

                    "Ήθελε λέει, να'ναι λεύτερος, σκοτώστε τον"                                                                                    (Αδερφοφάδες)

  Μορφές της τέχνης και της κουλτούρας όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, δεν ανήκουν μόνο στον λαό και την χώρα τους, αλλά σ'όλη την προοδευτική ανθρωπότητα.
  Το ταλέντο του Καζαντζάκη εκδηλώνεται σ'όλα τα λογοτεχνικά και δημοσιολογικά είδη με τα οποία ασχολήθηκε. Ήταν ιστοριογράφος, νουβελλίστας, κωμωδιογράφος, ποιητής και μυθιστοριογράφος. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απλή, αυθεντική, κατανοητή και συγκεκριμένη. Εντύπωση προκαλεί ο ακριβής τρόπος περιγραφής των γεγονότων, των ηρώων, των τοπίων. Όλα αυτά δίνουν ιδιαίτερη ομορφιά στο ύφος του.
  Στα έργα του και κυρίως στα μυθιστορήματά του, ο  Καζαντζάκης χρησιμοποιεί την γλώσσα του λαού με μεταφορές, ζωντανή κι εκφραστική, μέσο της οποίας μας δίνει υπέροχους πίνακες με λόγια από τη ζωή του λαού. Ο Καζαντζάκης καθρεφτίζει με τέχνη όλες τις αντιθέσεις της εποχής και τις ψυχολογικές καταστάσεις των ηρώων του. Ο Καζαντζάκης είναι τεχνίτης του λόγου. Την δεξιοτεχνία του αυτή, την απέκτησε μέσα από τη βαθιά, γνώσης της ζωής και της επίμονης και επίπονης εργασίας για την αφομοίωση της λογοτεχνικής παιδείας. Απόδειξη γι'αυτό, είναι τα θαυμάσια έργα που βγήκαν από την πέννα του.
  Οι τραγωδίες, οι κωμωδίες του, τα ποιήματα, τα φιλοσοφικά του έργα και κυρίως τα μυθιστορήματά του, "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται", "Ο Καπετάν Μιχάλης", "Ο τελευταίος πειρασμός", είναι μνημεία της τέχνης αυτού του πραγματικού Έλληνα. Ο Καζαντζάκης εκτιμούσε τη λευτεριά πιο πολύ από κάθε άλλο πράγμα. Γνώριζε ότι την λευτεριά δεν σου την δωρίζει κανείς κι ότι έχει τις ρίζες της μέσα στο αίμα. Γι'αυτόν η λευτεριά είναι από εκείνα τα αγαθά που είναι πιο ακριβά απ'όλα. Στο έργο "Ο Καπετάν Μιχάλης", ο συγγραφέας περιγράφοντας τα γεγονότα στην γενέτειρά του, την Κρήτη στο τέλος του 19ου αιώνα, έχει σαν στόχο να προβάλλει τις υψηλές αρετές και το φιλελεύθερο πνεύμα των Κρητικών που δεν ανέχονται τον ξενικό ζυγό.
  Για τους μαχητές της λευτεριάς, υπάρχει μόνο ένας δρόμος, αυτός του αγώνα με το ντουφέκι στο χέρι. Αυτοί δεν επιθυμούν να στηριχτούν στις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, επειδή σύμφωνα μ'αυτούς - κι έτσι είναι - εκείνος που αποκτά τη "λευτεριά" με τα χέρια των άλλων, παραμένει στην πραγματικότητα δούλος. Η μεγάλη ιδέα που διατυπώνει ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρη κι αντηχεί πάντα επίκαιρη. Ο λαός κερδίζει τη λευτεριά με ένοπλο αγώνα, στηριζόμενος στις δυνάμεις του. Παρόλο που το έργο έχει τραγικό τέλος, σαν συνέπεια της αντικειμενικής αντικατόπτρισης της πραγματικής κατάστασης της εποχής, το μυθιστόρημα διαπνέεται από αισιόδοξη ιδέα ότι δηλαδή οι καταπιεζόμενοι λαοί, ανεξάρτητα από τις προσωρινές αποτυχίες, έχουν ακράδαντη πίστη στην απελευθέρωσή τους.
  Τέτοιες μορφές μαχητών όπως ο Καπετάν Μιχάλης από πολλές απόψεις, σου θυμίζουν ήρωες των απελευθερωτικών αγώνων των λαών που διεξήχθησαν ενάντια σε διάφορους κατακτητές, ναζιφασίστες, αποικιοκράτες ή νεοαποικιοκράτες. Ο Καζαντζάκης έζησε μια δύσκολη ζωή πιο πολύ στα ξένα παρά την πατρίδα. Έζησε όμως τη ζωή του περήφανος και με αξιοπρέπεια.
  Παρόλο που το σκοταδιστικό ιερατείο τον αφόρισε για το μυθιστόρημά του "Ο τελευταίος πειρασμός", παρότι προσπάθησε μαζί με την πολιτική αντίδραση της εποχής να μην επιτρέψει να μεταφερθεί η σωρός του στην Ελλάδα, οι συμπατριώτες του μετέφεραν το μεγάλο τέκνο της Κρήτης και της Ελλάδας στην γενέτειρά του, το Ηράκλειο και τον ενταφίασαν. Αυτή είναι η πιο μεγάλη τιμή που μπορεί να κάνει ο λαός στους γιους του που αγωνίζονται κι εργάζονται γι'αυτό, για την εθνική και κοινωνική χειραφέτησή του.





Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Η ζωή και το έργο του



Ernest Miller Hemingway (1899-1961)

                                  "Ο άνθρωπος καταστρέφεται, δε νικιέται."                                                              (Ο γέρος κι η θάλασσα)

  Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ εισήλθε στη λογοτεχνία μαζί με τη ζωή του. Στον Έρνεστ Χέμινγουεϊ είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις τον μεγάλο συγγραφέα από τον άνθρωπο που έζησε έντονα την εποχή του. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος άφησε βαθιά ίχνη στη ζωή και στο έργο του. Εκείνο που είδε και υπέφερε, γκρέμισε μια για πάντα τις νεανικές αυταπάτες του και τον έθεσε ενώπιον ενός επίμαχου προβλήματος. Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Αργότερα ως δημοσιογράφος στην Ευρώπη, προσπάθησε να εφαρμόσει, εκείνο που αυτός είχε αφομοιώσει, "Για τα απλά πράγματα πρέπει να γράφεις απλά". Η Ευρωπαϊκή κοινωνία εκείνης της εποχής, βρίσκονταν πολύ μακριά απ'αυτό το πράγμα... χαρακτηριζόταν από βαθιούς οικονομικούς κοινωνικούς και πολιτικούς κλονισμούς. Η εφημερίδα "Τορόντο Σταρ", της οποίας ήταν ανταποκριτής, ζητούσε από τον Χέμινγουεϊ εντυπωσιακές ειδήσεις. Τον συγγραφέα όμως δεν τον ενδιέφεραν τόσο τα θορυβώδη γεγονότα, όσο οι άνθρωποι με τις ζωές τους.
  Ζητούσε εκείνο που δεν χανόταν αλλά άντεχε στο πέρασμα του χρόνου. Το 1924 εγκαταλείπει την δημοσιογραφία κι επιδίδεται στην λογοτεχνία. Οι ήρωες των πρώτων διηγημάτων του Χέμινγουεϊ φέρνουν τον πόλεμο. Το 1926 ο Χέμινγουεϊ δημοσιεύει το πρώτο μυθιστόρημά του, "Ο ήλιος ξανά ανατέλλει" και το 1929 ένα δεύτερο μυθιστόρημα με τίτλο "Αποχαιρετισμός στα όπλα". Στα δυο μυθιστορήματα περιγράφει την τραγωδία της "χαμένης γενιάς", μέλος της οποίας είναι και ο ίδιος. Ενώ στο πρώτο μυθιστόρημα ο συγγραφέας περιγράφει τις συνέπειες του πολέμου, στο δεύτερο αναλύει τα αίτιά του. Το μυθιστόρημά του "Αποχαιρετισμός στα όπλα", μπορεί να χαρακτηριστεί το έργο με το πιο έντονο λυρικό και δυναμικό πνεύμα, όσων αφορά το κοινωνικό περιεχόμενό του σε σύγκριση με όλα τ'άλλα μυθιστορήματα του συγγραφέα.
  Στα έργα αυτής της περιόδου, προβάλλουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ύφους και των ηρώων του  Χέμινγουεϊ. Είναι όλοι τους άνθρωποι με βαθιά αισθήματα που ταλαιπωρούνται σκληρά. Ο διάλογος που χρησιμοποιείται σκόπιμα έχει γραφεί για να μοιάζει σαν αφηρημένος κι ασήμαντος από πρώτη ματιά. Στην πραγματικότητα αποτελείται από λέξεις που έχουν επιλεχθεί με αυστηρότητα και μεγάλη προσοχή. Μετά το μυθιστόρημα "Αποχαιρετισμός στα όπλα", ο Χέμινγουεϊ εγκαθίσταται στη Φλόριντα. Μέχρι τότε έχει γνωρίσει την τραγωδία των άλλων λαών στον πόλεμο και την τραγωδία της "χαμένης γενιάς", των Αμερικάνων που περιπλανιόταν στον κόσμο, ενώ τώρα ήταν αντιμέτωπος με την πικρή τραγωδία του λαού του που είχε πληγεί από την βαθιά και συγκλονιστική κρίση του 1929.
  Βαθιά θλιμμένος απ'όσα συνέβαιναν σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης, προσπάθησε να σταθεί πιο κοντά στους απλούς ανθρώπους, επιδίωξε να διεισδύσει στην πραγματική φύση του ανθρώπου.
  Παρόλα αυτά, δεν μπόρεσε να αποστασιοποιηθεί από την αστική κοσμοαντίληψη. Το 1932 γράφει το βιβλίο "Θάνατος το απόγευμα", ενώ στην Ισπανία τελειώνει ένα άλλο μυθιστόρημα στο οποίο περιγράφει τη βιοπάλη σ'έναν κόσμο με φτωχούς και πλούσιους.
  Στο μεταξύ, μετά την ήττα της Ισπανικής Δημοκρατίας και την επικράτηση του φασισμού, ο Χέμινγουεϊ γράφει το πολύ δυναμικό έργο "Για ποιον χτυπάει η καμπάνα", στο οποίο προβάλλει η ιδέα ότι μια αντάξια ήττα, αξίζει περισσότερο από μερικές εύκολες νίκες.
  Η ζωή του συγγραφέα κατά και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία. Το 1952 δημοσιεύει τη νουβέλα "Ο γέρος και η θάλασσα" που στην ουσία του είναι αντιφατικό. Ο συγγραφέας στο έργο αυτό μας λέει εκ των προτέρων το αναπόφευκτο της μοίρας. Δεν πρέπει όμως να ξεχάσουμε και την άλλη πλευρά του έργου. Ο ήρωας, ανεξάρτητα απ'ότι συνέβαινε "καταστρέφεται αλλά δε νικιέται" και στέκει ακατάβλητος μπροστά στις τυφλές δυνάμεις της ζωής, είναι έτοιμος να δώσει νέες μάχες.
  Η λογοτεχνική δημιουργία του Χέμινγουεϊ, διακόπηκε αιφνίδια στις 2 Ιούλη του 1961, όταν σκοτώθηκε. Τερματίστηκε έτσι η ζωή ενός επιφανούς εκπροσώπου του πεζού λόγου του 20ου αιώνα.



  Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ γεννήθηκε στην πόλη του Ιλινόις. Η ζωή του όλο δυσκολίες, οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι που έζησε από κοντά, ο εμφύλιος πόλεμος της Ισπανίας, τα πολλά ταξίδια τον έκαναν να γνωρίσει τα ανθρώπινα βάσανα και του δώσανε πλούσιο ζωτικό υλικό που με την τέχνη του, το γενίκευσε, το ανέβασε και το έκανε Τέχνη.
  Τα έργα του είναι πολλά, ο Χέμινγουεϊ ανήκει στην ομάδα των διανοούμενων, που αισθανόμενοι το βαρύ φορτίο της πραγματικότητας, υψώνουν ισχυρή και δυνατή τη φωνή της διαμαρτυρίας.
  Οι ήρωες του Χέμινγουεϊ, όπως γενικά και οι άλλοι ήρωες της άτυχης γενιάς, έχουν ύψιστους σκοπούς, η δύσκολη ζωή όμως δεν τους αφήνει να πραγματοποιήσουν τα καλύτερα όνειρά τους και σαν συνέπεια, συνθλιμμένοι περιφέρονταν μάταια χωρίς να ξέρουν τι ζητούν. Αυτό φαίνεται ολοφάνερα στο μυθιστόρημα "Αποχαιρετισμός στα όπλα", όπου ο Χέμινγουεϊ αντιτάχθηκε στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, που θεωρεί ένα από τα χειρότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Απέναντι στις βλέψεις αυτών που κάνουν εμπόριο και πλουτίζουν με το αίμα εκατομμυρίων, θέτει την αγάπη του ανθρώπου για τη ζωή. Στο έργο αυτό ο μεγάλος Αμερικάνος συγγραφέας, αντιτάσσεται στους πολέμους, η διαμαρτυρία του όμως είναι χωρίς διέξοδο, δε σε οδηγεί σε συγκεκριμένα αποτελέσματα.
  Η αποχώρηση του υπολοχαγού Έρι, ήρωας του μυθιστορήματος, από τον πόλεμο δεν είναι διαμαρτυρία αλλά κατάπτωση. Ο αστικός ατομικισμός δεν αφήνει το συγγραφέα να βαδίσει παραπέρα.
  Στα μέσα της δεκαετίας του '30, παρατηρείται μια καμπή στις απόψεις του συγγραφέα, πράγμα που καθρεπτίζεται στο μυθιστόρημα "Να έχεις και να μην έχεις" όπου ο συγγραφέας δίνοντας πιστά τη δραματική τύχη διαφόρων προσώπων, παρουσιάζει πιστά την κατάσταση στις ΗΠΑ στις παραμονές της οικονομικής κρίσης.
  Η προσωπική τραγωδία του Χένρι Μόργκαν έχει βαθιά κοινωνική έννοια. Για να πολεμήσει με τη ζωή, για την αντιμετώπισή της, ο Χένρι Μόργκαν στηρίζεται μόνο στον εαυτό του. Στην κατεύθυνση αυτή μοιάζει με τους άλλους ήρωες του Χέμινγουεϊ. Η τύχη του Μόργκαν δείχνει την ήττα του ατομικισμού. Τα τελευταία λόγια του πριν πεθάνει είναι: "μόνος του ο άνθρωπος τίποτα δεν μπορεί να κάνει".
  Άλλο σημαντικό έργο του Χέμινγουεϊ είναι το δράμα "Πέμπτη φάλαγγα", όπου ο συγγραφέας καταδικάζει αποφασιστικά τον φασισμό, παρουσιάζοντάς τον σαν αντίθετο του ουμανισμού και των καλύτερων ιδανικών της ανθρωπότητας, το δράμα αυτό αναφέρεται στον πόλεμο της Ισπανίας.
  Παλεύοντας για τη δημοκρατία ο πρωταγωνιστής του δράματος, είναι πολύ δραστήριος και σε κάθε στιγμή θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, γι'αυτό είναι ξένο το αίσθημα της απόγνωσης χωρίς διέξοδο. Υπάρχουν όμως και στιγμές απόγνωσης του Φιλίπ, αλλά βρίσκει δυνάμεις να τις καταβάλλει. Ο σύντροφός του, κομμουνιστής Μας, του λέει: "Εδώ εργάζεσαι ώστε κανείς να μην υποφέρει από την πείνα, ώστε οι άνθρωποι να μη φοβούνται από τις ασθένειες των γηρατειών, ώστε να δουλεύουν και να ζουν με αξιοπρέπεια κι όχι σαν δούλοι". Κατά αυτόν τον τρόπο ο ήρωας του δράματος Φιλίπ δεν γνωρίζει την κενότητα που χαρακτηρίζει πολλούς από τους ήρωες του Χέμινγουεϊ.
  Αντιφατική είναι και η νουβέλα "Ο γέρος και η θάλασσα". Από τη μια ο συγγραφέας τονίζει τη θέληση του ανθρώπου για την καταπολέμηση των εμποδίων που του προβάλλουν, από την άλλη υπάρχει το αίσθημα της μοναξιάς.
  Στις δύσκολες στιγμές μέσα στον Ωκεανό, ο Γέρος λέει: "τον άνθρωπο μπορείς να τον εξοντώσεις αλλά δεν μπορείς να τον καταβάλλεις".
  Η νουβέλα αυτή τελειώνει διαφορετικά από τις άλλες δημιουργίες του συγγραφέα, τελειώνει με αισιόδοξες νότες, οι σκέψεις του γέρου έχουν στραφεί προς τις μελλοντικές μάζες. Ο Έρνεστ δεν αποσπάστηκε από την αστική ιδεολογία κι αυτός είναι ο λόγος που δεν μπόρεσε να λύσει τα προβλήματα που έθεσε στα έργα του.
  Παρόλα που είναι αντιφατικό με τις αδυναμίες αυτές, το έργο του Χέμινγουεϊ είναι έργο με ιδεολογικές και καλλιτεχνικές αξίες, ξεσκεπάζει σ'αυτό πολλά αρνητικά φαινόμενα της καπιταλιστικής κοινωνίας.
  Διακρίνεται για το πρωτότυπο στυλ, τα πρόσωπα περιγράφονται με σύντομες φράσεις, με λίγα λόγια αλλά που εκφράζουν πολλά "εγώ πάντα προσπαθώ να γράψω σύμφωνα με την αρχή του παγόβουνου", λέει ο Χέμινγουεϊ. "Για κάθε ορατό μέρος τα 7/8 είναι κάτω από τα νερά, αυτό κάνει δυναμική τη δράση κι ελκυστικό το έργο".